Την ανάγκη συνεχούς επιτήρησης των κυκλοφορούντων βακτηρίων στην Ευρώπη και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των τρεχουσών πολιτικών εμβολιασμού, επισημαίνει το ECDC, αναφερόμενο στην εξελισσόμενη επιδημιολογία του κοκκύτη.
Τα κρούσματα κοκκύτη παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με επικαιροποιημένη έκδοση του ECDC, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία για την εργαστηριακή διάγνωση και μοριακή επιτήρηση της νόσου.
Πιο συγκεκριμένα, «σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), το 2024 αναφέρθηκαν συνολικά 941.565 κρούσματα, ο υψηλότερος αριθμός από το 2000, και περίπου έξι φορές περισσότερα από αυτά που αναφέρθηκαν το 2023 και το 2019, πριν από την πανδημία COVID-19», τονίζει το ECDC.
Στην Ευρώπη, σύμφωνα με τα στοιχεία του ECDC «ο μέσος όρος αναφερόμενων κρουσμάτων ετησίως κατά την περίοδο 2012-2019 ήταν 38.145. Κατά την περίοδο 2021-2022 ήταν 2.100 και κατά τη διάρκεια του 2023 ήταν 26.042. Το 2024, πολλές ευρωπαϊκές χώρες παρουσίασαν επιδημίες κοκκύτη, με συνολικά 209.674 αναφερόμενα κρούσματα - το υψηλότερο επίπεδο που παρατηρήθηκε την τελευταία δεκαετία».
Το ECDC υπογραμμίζει ότι «ο κοκκύτης είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική αναπνευστική νόσος, η οποία προκαλείται κυρίως από το βακτήριο Bordetella pertussis. Παρά την ευρεία εφαρμογή των παιδικών εμβολιασμών, ο κοκκύτης παραμένει μια από τις κύριες αιτίες θανάτων που μπορούν να προληφθούν με εμβολιασμό παγκοσμίως, με επιδημίες να εμφανίζονται κάθε τρία έως πέντε χρόνια σε πολλές χώρες.
Το 2024, αναφέρθηκαν περίπου 210.000 κρούσματα κοκκύτη από 29 χώρες της ΕΕ/ΕΟΧ. Αυτό υπογραμμίζει σαφώς τη σημασία της ταχείας διάγνωσης της νόσου και της συνεχούς επιτήρησης των κυκλοφορούντων βακτηρίων στην Ευρώπη για την αναφορά/σύγκριση δεδομένων και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των τρεχουσών πολιτικών εμβολιασμού».
Επίσης, το ECDC διευκρινίζει τα εξής: «Από το 1994, έχουν εντοπιστεί στις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ιράν και την Κίνα απομονωμένα στελέχη B. pertussis ανθεκτικά στις μακρολίδες, και αυτά έχουν αυξηθεί σημαντικά στην Κίνα τα τελευταία δέκα χρόνια. Το αναδυόμενο στέλεχος B. Pertussis, ανθεκτικό στις μακρολίδες, το οποίο ανιχνεύτηκε σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ήταν πολύ ανησυχητικό.
Για πιο αποτελεσματικά εθνικά προγράμματα ανοσοποίησης για την πρόληψη του κοκκύτη στην Ευρώπη, είναι σημαντικό να εφαρμοστούν τυποποιημένες διαγνωστικές μέθοδοι που θα καταστήσουν συγκρίσιμη τη συχνότητα εμφάνισης του κοκκύτη σε κάθε χώρα. Είναι επίσης σημαντικό να παρακολουθούνται οι αλλαγές στους βακτηριακούς πληθυσμούς και να μελετάται ο αντίκτυπος αυτών των αλλαγών στην πρόληψη και τη συχνότητα εμφάνισης της νόσου».
Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ.








