Να ένα σύγχρονο δίλημμα στο dating που οι προηγούμενες γενιές δεν είχαν ποτέ: μετά από ένα πρώτο ραντεβού, πότε πρέπει να στείλετε μήνυμα;
Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη. Αν στείλετε μήνυμα πολύ γρήγορα, μπορεί να φοβάστε ότι θα φανείτε υπερβολικά πρόθυμοι, αγχώδεις ή «κολλημένοι». Από την άλλη, εάν περιμένετε υπερβολικά, μπορεί να δώσετε την εντύπωση ότι δεν ενδιαφέρεστε πραγματικά, σαν να αντιμετωπίζετε τον άλλον ως μία επιλογή και όχι ως προτεραιότητα, ή να ρισκάρετε να προχωρήσει απλώς παρακάτω.
Στην πράξη, όμως, όλα αυτά κάνουν το θέμα πολύ πιο περίπλοκο απ’ όσο χρειάζεται και οδηγούν εύκολα στην υπερανάλυση.
Για χρόνια, η «κοινή σοφία» του dating πρότεινε τον γνωστό «κανόνα των 3 ημερών», δηλαδή να περιμένετε 3 ημέρες πριν στείλετε μήνυμα. Θεωρητικά, αυτό τοποθετείται κάπου στη μέση, ούτε υπερβολικά πρόθυμοι, ούτε αδιάφοροι.
Ακούγεται λογικό. Αλλά τι λέει στην πραγματικότητα η επιστήμη; Υπάρχει όντως ένα ιδανικό χρονικό σημείο για το μήνυμα μετά το ραντεβού;
Μικρό spoiler: ο χρόνος μετράει, αλλά όχι με τον τρόπο που φαντάζεστε.
Γιατί το timing ενός μηνύματος φαίνεται τόσο σημαντικό
Είναι απλώς ένα μήνυμα. Στον σημερινό κόσμο, όμως, συχνά είναι το μόνο στοιχείο που έχετε.
Στα πρώτα στάδια μιας γνωριμίας, οι πληροφορίες για τον άλλον είναι περιορισμένες. Έτσι, μετά από ένα πρώτο ραντεβού, οι άνθρωποι γίνονται εξαιρετικά ευαίσθητοι σε μικρές λεπτομέρειες. Δεν υπάρχει ακόμη μια σταθερή σχέση, οπότε κάθε ένδειξη, τι λέτε, πώς το λέτε και πότε το λέτε, αποκτά δυσανάλογα μεγάλη σημασία. Το αποτέλεσμα είναι συνεχής ανάλυση και επανεξέταση.
Έτσι, ένα απλό μήνυμα μετατρέπεται σε «ένδειξη» για το πώς νιώθει ο άλλος, πόσο συνεπής και υπεύθυνος είναι και αν αυτή η γνωριμία έχει προοπτική. Όλοι θέλουν να καταλάβουν προς τα πού πηγαίνει η ιστορία τους, γι’ αυτό και μπορεί να κολλήσουν με κάτι τόσο μικρό όσο η ώρα που στάλθηκε ένα μήνυμα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι ερευνητές αποφάσισαν να εξετάσουν τι πραγματικά συμβαίνει όταν το μήνυμα στέλνεται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.
Υπάρχει «ιδανικό» timing στα μηνύματα;
Σε μια μεγάλη μελέτη με περισσότερους από 500 συμμετέχοντες, οι ερευνητές εξέτασαν τρεις συνηθισμένες στρατηγικές: μήνυμα αμέσως μετά το ραντεβού, μήνυμα το επόμενο πρωί ή αναμονή δύο ημερών. Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες ανέφεραν πόσο ενδιαφέρον ένιωθαν να συνεχίσουν τη γνωριμία, πόση χημεία αντιλαμβάνονταν και πόσο ήθελαν να ξαναδούν το άλλο άτομο. Το βασικό κριτήριο ήταν οι προθέσεις για σχέση, με βάση τη δήλωση: «Είμαι πρόθυμος να δημιουργήσω μια μακροχρόνια σχέση με το ραντεβού μου».
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το μήνυμα το επόμενο πρωί συνδέθηκε με τις υψηλότερες προθέσεις για σχέση. Αντίθετα, το μήνυμα αμέσως μετά ή η αναμονή δύο ημερών οδήγησαν σε χειρότερα αποτελέσματα, για διαφορετικούς λόγους. Με απλά λόγια, εμφανίστηκε ένα ξεκάθαρο μοτίβο τύπου ανεστραμμένου U, με το επόμενο πρωί να λειτουργεί ως η ιδανική χρονική στιγμή.
Το μήνυμα το επόμενο πρωί συνδέθηκε επίσης με μεγαλύτερη αίσθηση χημείας. Σε σύγκριση με όσους έλαβαν μήνυμα μετά από δύο ημέρες, όσοι έλαβαν μήνυμα είτε αμέσως είτε το επόμενο πρωί ανέφεραν μεγαλύτερη διάθεση να ξαναδούν το άτομο.
Ο χρόνος αποστολής, ωστόσο, δεν επηρέασε σημαντικά το πόσο συχνά σκέφτονταν τον αποστολέα ούτε την αντιλαμβανόμενη συνολική του «αξία» ως συντρόφου. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι γυναίκες ήταν πιο ευαίσθητες στο timing των μηνυμάτων και εμφάνισαν εντονότερες θετικές αλλά και αρνητικές αντιδράσεις. Οι άνδρες, αντίθετα, ανέφεραν υψηλότερες προθέσεις για σχέση ανεξάρτητα από το πότε στάλθηκε το μήνυμα.
Γιατί αν στείλετε πολύ σύντομα ίσως θα έχετε τα αντίθετα αποτελέσματα
Το μήνυμα αμέσως μετά το ραντεβού πράγματι μεταφέρει έντονο ενδιαφέρον. Οι παραλήπτες το εξέλαβαν ως ενθουσιασμό και έλξη. Υπήρχε όμως και ένα μειονέκτημα: έκανε τον αποστολέα να φαίνεται πιο αγχώδης ή απελπισμένος, ιδιαίτερα στα μάτια των γυναικών.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι τα άμεσα μηνύματα είναι καταστροφικά, καθώς στην πραγματικότητα στέλνουν ένα σαφές μήνυμα. Ωστόσο, μπορεί να είναι υπερβολικά έντονα, κάνοντας τη γνωριμία να μοιάζει ότι προχωρά πολύ γρήγορα ή ότι είναι ‘πολύ εύκολος/η’». Όταν κάποιος δείχνει να ενδιαφέρεται υπερβολικά εύκολα, το ενδιαφέρον του μπορεί να μην φαίνεται τόσο ξεχωριστό ή να δημιουργεί αίσθηση πίεσης. Όλα αυτά μειώνουν τον ενθουσιασμό», εξήγησε στο Psychology Today ο Gary W. Lewandowski Jr., καθηγητής ψυχολογίας.
Γιατί η μεγάλη καθυστέρηση είναι χειρότερη
Αν το πολύ γρήγορο μήνυμα ενέχει τον κίνδυνο του υπερβάλλοντα ζήλου, η μεγάλη αναμονή δημιουργεί ένα διαφορετικό και πιο σοβαρό πρόβλημα: την αμφιβολία.
Όταν οι συμμετέχοντες δεν άκουγαν τίποτα για δύο ημέρες, ανέφεραν λιγότερη χημεία, μικρότερο ενδιαφέρον και χαμηλότερες προθέσεις για σχέση. Το σημαντικότερο είναι ότι η καθυστέρηση έκανε τον αποστολέα να φαίνεται λιγότερο αξιόπιστος και ασυνεπής. Για όσους αναζητούν σχέση, η αξιοπιστία παίζει καθοριστικό ρόλο.
Η μεγάλη αναμονή διακόπτει και την αρχή της αμοιβαιότητας, δηλαδή την τάση να μας αρέσουν όσοι δείχνουν ότι τους αρέσουμε. Όταν το ενδιαφέρον δεν ανταποκρίνεται εγκαίρως, η έλξη σβήνει.
Το συμπέρασμα εδώ είναι ξεκάθαρο: το να «παίζετε τον/ην δύσκολο/η» με σιωπή και καθυστέρηση δεν σας κάνει πιο ελκυστικούς.
Η καλύτερη επιλογή
«Το επόμενο πρωί φαίνεται να πετυχαίνει την ιδανική ισορροπία. Δείχνετε ενδιαφέρον, χωρίς να χάνετε την ψυχραιμία σας. Είναι σαν να λέτε ‘πέρασα ωραία και σε σκέφτομαι’, χωρίς να δείχνετε υπερβολικά συναισθηματικά δεσμευμένοι μετά από ένα μόνο ραντεβού, κάτι που μπορεί να δημιουργήσει αποστροφή.
Αυτή η μικρή αναμονή δημιουργεί προσμονή, χωρίς να αφήνει τη σύνδεση να ξεθωριάσει. Ενισχύει την αμοιβαιότητα, ενώ ταυτόχρονα δείχνει συνέπεια. Και, στην πράξη, αυτοπεποίθηση, συναισθηματική ωριμότητα και αξιοπιστία είναι χαρακτηριστικά που οι περισσότεροι αναζητούν σε έναν σύντροφο», υποστήριξε ο ειδικός.
Τι σημαίνουν αυτά τα ευρήματα για τη δική σας ερωτική ζωή
Αν αναρωτιέστε τι να κάνετε, τα συμπεράσματα της έρευνας είναι απλά:
- Στείλτε μήνυμα μέσα σε 24 ώρες, ιδανικά το επόμενο πρωί.
- Αποφύγετε το άμεσο μήνυμα αν φοβάστε ότι θα φανείτε υπερβολικά πρόθυμοι.
- Μην περιμένετε πάνω από μία ημέρα, ακόμη κι αν έχετε ακούσει ότι «το να κρατάς απόσταση» λειτουργεί.
«Αν είστε εσείς στην πλευρά του παραλήπτη, το timing μπορεί να δώσει μια ένδειξη, αλλά δεν λέει όλη την αλήθεια. Μην το υπεραναλύετε. Δεν γνωρίζετε αν ο χρόνος αποστολής αντικατοπτρίζει πραγματικό ενδιαφέρον ή απλώς την εφαρμογή καλοπροαίρετων αλλά λανθασμένων συμβουλών.
Η έρευνα δείχνει ότι η διαίσθησή σας για το timing δεν είναι τυχαία. Όταν κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά, δεν εξαφανίζεται για ημέρες. Και όταν ενδιαφέρεστε εσείς, δεν χρειάζεται να δημιουργείτε τεχνητή σπανιότητα. Ένα απλό, σωστά χρονισμένο μήνυμα, το επόμενο πρωί, συχνά αρκεί για να μετατρέψει ένα καλό ραντεβού σε κάτι περισσότερο», κατέληξε ο ψυχολόγος.








