Αν και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει θεραπεία που να αναστρέφει τη νόσο Πάρκινσον ή την άνοια με σωμάτια Lewy, η έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση της κατάθλιψης θα μπορούσε να βελτιώσει την ποιότητα ζωής και τη συνολική φροντίδα των ασθενών όσο οι νόσοι αυτές εξελίσσονται.
Ειδικότερα, νέα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό General Psychiatry προσφέρει τα πιο αναλυτικά διαχρονικά στοιχεία μέχρι σήμερα και δείχνει ότι η κατάθλιψη συχνά προηγείται της διάγνωσης της νόσου Πάρκινσον και της άνοιας με σωμάτια Lewy, ενώ παραμένει αυξημένη για αρκετά χρόνια και μετά.
Αξιοποιώντας τα εκτενή εθνικά μητρώα υγείας της Δανίας, οι ερευνητές πραγματοποίησαν αναδρομική μελέτη, στην οποία συμπεριλήφθηκαν 17.711 άτομα που διαγνώστηκαν με νόσο Πάρκινσον ή άνοια με σωμάτια Lewy μεταξύ 2007 και 2019. Οι ασθενείς αυτοί συγκρίθηκαν με άτομα αντίστοιχης ηλικίας και φύλου που είχαν διαγνωστεί με άλλα χρόνια νοσήματα, όπως ρευματοειδή αρθρίτιδα, χρόνια νόσο των νεφρών και οστεοπόρωση.
Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ένα σαφές μοτίβο: η κατάθλιψη εμφανιζόταν συχνότερα και νωρίτερα σε όσους τελικά ανέπτυξαν νόσο Πάρκινσον ή άνοια με σωμάτια Lewy, σε σύγκριση με όσους έπασχαν από άλλα χρόνια νοσήματα. Στα χρόνια που προηγήθηκαν της διάγνωσης, ο κίνδυνος εμφάνισης κατάθλιψης αυξανόταν σταθερά και κορυφωνόταν την τριετία πριν από τη διάγνωση. Ακόμη και μετά τη διάγνωση, τα άτομα με νόσο Πάρκινσον ή άνοια με σωμάτια Lewy συνέχισαν να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης σε σχέση με τις ομάδες σύγκρισης.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι το μοτίβο αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στο ψυχολογικό βάρος που συνεπάγεται η συμβίωση με ένα χρόνιο νόσημα. Άλλες χρόνιες παθήσεις που επίσης συνοδεύονται από αναπηρία δεν εμφάνισαν την ίδια έντονη αύξηση στον κίνδυνο κατάθλιψης. Αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι η κατάθλιψη μπορεί να σχετίζεται με πρώιμες νευροεκφυλιστικές αλλαγές στον εγκέφαλο και όχι να αποτελεί απλώς αντίδραση στη σταδιακή επιδείνωση της υγείας.
Τα ευρήματα ήταν ακόμη πιο έντονα στην περίπτωση της άνοιας με σωμάτια Lewy, όπου τα ποσοστά κατάθλιψης ήταν υψηλότερα σε σύγκριση με τη νόσο Πάρκινσον, τόσο πριν όσο και μετά τη διάγνωση. Οι ερευνητές επισήμαναν ότι πιθανές διαφορές στην πορεία της νόσου και στη χημεία του εγκεφάλου μπορεί να εξηγούν αυτή την τάση.
«Μετά τη διάγνωση της PD ή της LBD, η επίμονα αυξημένη συχνότητα κατάθλιψης αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη κλινική εγρήγορση και συστηματικό έλεγχο για καταθλιπτικά συμπτώματα σε αυτούς τους ασθενείς», ανέφερε ο πρώτος συγγραφέας Christopher Rohde. «Έτσι, το βασικό μας συμπέρασμα, ότι οι PD και LBD συνδέονται με σαφώς αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης πριν και μετά τη διάγνωση σε σύγκριση με άλλα χρόνια νοσήματα, παραμένει έγκυρο», πρόσθεσε.
Οι συγγραφείς διευκρίνισαν ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν σημαίνουν πως κάθε άτομο με κατάθλιψη θα αναπτύξει νόσο Πάρκινσον ή άνοια. Αντιθέτως, υπογράμμισαν την ανάγκη για μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και στενότερη παρακολούθηση όταν η κατάθλιψη εμφανίζεται για πρώτη φορά σε μεγαλύτερης ηλικίας ενήλικες.








