Σημαντικές ανισότητες καταγράφονται στην κατανομή των δομών υγείας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής θεραπευτηρίων που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ). Η συγκέντρωση μονάδων σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, κυρίως στην Αττική, αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα άνισης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, το οποίο επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, ιδιαίτερα εκτός μεγάλων αστικών κέντρων.
Η γεωγραφική κατανομή των θεραπευτηρίων αποτυπώνει με σαφήνεια την υπεροχή του μητροπολιτικού κέντρου. Η Αττική συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος των δομών υγείας, λειτουργώντας ως βασικός πυλώνας του υγειονομικού συστήματος της χώρας. Η συγκέντρωση αυτή δεν αφορά μόνο τον αριθμό των μονάδων, αλλά και τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων υπηρεσιών και ιατρικού προσωπικού, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω την ελκυστικότητα της περιοχής για την παροχή φροντίδας υγείας.
Αντίθετα, στην περιφέρεια παρατηρείται σαφώς περιορισμένη παρουσία θεραπευτηρίων. Σε πολλές περιοχές της χώρας, οι διαθέσιμες δομές υγείας δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που απαιτούν εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι να αναγκάζονται να μετακινούνται προς μεγαλύτερα αστικά κέντρα, συχνά με σημαντικό οικονομικό και χρονικό κόστος.
Η ανισότητα γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάζεται η δυναμικότητα των θεραπευτηρίων. Τα μεγαλύτερα νοσοκομεία και οι πιο οργανωμένες μονάδες, με αυξημένο αριθμό κλινών και σύγχρονο εξοπλισμό, εντοπίζονται κυρίως σε αστικές περιοχές. Αντίθετα, μικρότερες μονάδες στην περιφέρεια καλούνται να εξυπηρετήσουν εκτεταμένες γεωγραφικές περιοχές με περιορισμένους πόρους, γεγονός που εντείνει την πίεση στο προσωπικό και μειώνει την αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Για παράδειγμα στις νησιωτικές περιοχές (Βόρειο Αιγαίο, Νότιο Αιγαίο και Ιόνιοι Νήσοι) που οι αποστάσεις είναι μεγάλες και χρειάζεται μετακίνηση με πλοίο, τα θεραπευτήρια είναι σε μονοψήφιο αριθμό.
Η κατάσταση αυτή αντανακλά ένα βαθύτερο, διαρθρωτικό πρόβλημα του ελληνικού συστήματος υγείας. Η συγκέντρωση των δομών υγείας σε συγκεκριμένες περιοχές δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα μακροχρόνιων ανισορροπιών στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη των υποδομών. Παράλληλα, η παρουσία ιδιωτικών θεραπευτηρίων σε οικονομικά ισχυρότερες περιοχές ενδέχεται να ενισχύει περαιτέρω το χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Είναι χαρακτηριστική και η κατανομή κλινών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Ενδιαφέρον έχει όμως και ο παρακάτω πίνακας, που αποτυπώνει τον αριθμό κλινών. Παρότι ο ιδιωτικός τομέας έχει περισσότερα θεραπευτήρια, αλλά πολύ λιγότερες κλίνες.
Οι συνέπειες αυτής της ανισότητας είναι πολλαπλές. Η άνιση πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία, σε αυξημένη επιβάρυνση των νοικοκυριών, αλλά και σε γενικότερη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των πολιτών που ζουν μακριά από μεγάλα αστικά κέντρα.
Η απογραφή θεραπευτηρίων αναδεικνύει, επομένως, την ανάγκη για έναν πιο ισορροπημένο σχεδιασμό των δομών υγείας. Η ενίσχυση των μονάδων στην περιφέρεια, η καλύτερη κατανομή πόρων και η αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των ανισοτήτων και στη διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης για όλους τους πολίτες.
Σε ένα σύγχρονο σύστημα υγείας, η γεωγραφική θέση δεν θα πρέπει να καθορίζει την ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνει κανείς. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η επίτευξη αυτού του στόχου εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση για την Ελλάδα.








