Όταν η Maureen Sideris, 71 ετών, υποβλήθηκε σε θεραπεία για καρκίνο του παχέος εντέρου το 2008, χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργείο. Η θεραπεία ήταν επιτυχής, όμως η ανάρρωση μετά την επέμβαση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Μετά από 14 χρόνια, η Sideris, που ζει στη Νέα Υόρκη, διαγνώστηκε με καρκίνο του οισοφάγου. Αυτή τη φορά, η θεραπεία της, στο πλαίσιο κλινικής μελέτης, ήταν εντελώς διαφορετική. Κάθε 3 εβδομάδες, πήγαινε στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center στη Νέα Υόρκη για ενδοφλέβια χορήγηση διάρκειας 45 λεπτών ενός φαρμάκου που ονομάζεται dostarlimab.
Μέσα σε μόλις 4 μήνες, ο όγκος της εξαφανίστηκε, χωρίς χειρουργείο, χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, ενώ η βασική παρενέργεια ήταν επινεφριδιακή ανεπάρκεια που προκαλεί κόπωση. «Είναι απίστευτο», ανέφερε η ίδια στο BBC. «Είναι σχεδόν σαν επιστημονική φαντασία».
Κι όμως, πρόκειται για πραγματικότητα. Η Sideris είναι μία από τους ολοένα και περισσότερους ασθενείς που ωφελούνται από την ανοσοθεραπεία στον καρκίνο, μια θεραπευτική προσέγγιση που, ύστερα από περισσότερο από έναν αιώνα έρευνας, δείχνει πλέον τη δυναμική της. Μαζί της έρχεται η προοπτική εξατομικευμένων θεραπειών, μακροχρόνιας ύφεσης και λιγότερων παρενεργειών σε σχέση με τη χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία.
«Συγκινούμαι πολύ. Οι άνθρωποι ζουν και ζουν με καλή ποιότητα ζωής. Μιλάμε για θεραπείες που οδηγούν ακόμη και σε ίαση», εξήγησε η Jennifer Wargo, καθηγήτρια χειρουργικής ογκολογίας και ερευνήτρια ανοσοθεραπείας στο MD Anderson Cancer Center στο Τέξας.
Πώς λειτουργούν οι ανοσοθεραπείες κατά του καρκίνου
Το σώμα διαθέτει μια φυσική ικανότητα να «εντοπίζει και να εξαλείφει κύτταρα που δεν μοιάζουν με τα δικά σας», εξήγησε η Karen Knudsen, διευθύνουσα σύμβουλος του Parker Institute for Cancer Immunotherapy. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτό περιλαμβάνει και τα καρκινικά κύτταρα. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα καρκινικά κύτταρα καταφέρνουν να διαφεύγουν ή να «ξεγελούν» αυτό το σύστημα, οδηγώντας σε ανεξέλεγκτη ανάπτυξη. Κρύβονται ουσιαστικά σε κοινή θέα, χωρίς να ξεχωρίζουν από τα υγιή κύτταρα γύρω τους.
Στόχος της ανοσοθεραπείας είναι να «αποκαλύψει» αυτά τα κύτταρα, ώστε το ανοσοποιητικό σύστημα να τα αναγνωρίσει. Με τον τρόπο αυτό ενισχύονται οι άμυνες του οργανισμού, ώστε να εντοπίζει και να καταστρέφει τα καρκινικά κύτταρα, με εντυπωσιακά σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελέσματα.
Πώς έχει εξελιχθεί η ανοσοθεραπεία σήμερα
Δύο από τις πιο γνωστές μορφές ανοσοθεραπείας είναι οι θεραπείες CAR T-cell και οι αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού. Οι θεραπείες CAR T-cell περιλαμβάνουν τη λήψη Τ κυττάρων από το αίμα του ασθενούς, την τροποποίησή τους στο εργαστήριο ώστε να μπορούν να εντοπίζουν και να επιτίθενται στα καρκινικά κύτταρα και στη συνέχεια την επανεισαγωγή τους στον οργανισμό. Σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως σε καρκίνους του αίματος.
Οι αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού, από την άλλη, μπορεί να συνοδεύονται από «ένα καλειδοσκόπιο παρενεργειών», είπε η Samra Turajlic, ιατρός ογκολόγος στο Francis Crick Institute στο Λονδίνο. Αυτό συμβαίνει επειδή οι μηχανισμοί «φρένων» του ανοσοποιητικού υπάρχουν για να αποτρέπουν το σώμα από το να επιτίθεται στους ίδιους του τους ιστούς. Όταν αυτοί απενεργοποιούνται, υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστούν και υγιή κύτταρα, εκτός από τους όγκους. Σύμφωνα με το US National Cancer Institute, συχνές παρενέργειες είναι δερματικά εξανθήματα, διάρροια και κόπωση, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί φλεγμονή στο συκώτι, στην καρδιά και στα νεφρά.
Αυτό το «τίμημα» μπορεί να αξίζει, αν το φάρμακο καταφέρνει να ελέγξει έναν επιθετικό καρκίνο. Όμως, αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Ένα βασικό πρόβλημα στην ογκολογία, όπως επισήμανε η Turajlic, είναι ότι καμία ανοσοθεραπεία δεν λειτουργεί στο 100% των ασθενών. Οι λόγοι ποικίλλουν, από τη δομή του όγκου που μπορεί να περιορίζει την πρόσβαση του ανοσοποιητικού, έως τα χαρακτηριστικά των ίδιων των ανοσοκυττάρων.
Συνολικά, περίπου 20% έως 40% των ασθενών ανταποκρίνονται στην ανοσοθεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι πολλοί ασθενείς, δηλαδή η πλειονότητα, εκτίθενται σε παρενέργειες, χάνουν χρόνο και επενδύουν ελπίδα, χωρίς σημαντικό όφελος.
Συνδυασμός προσεγγίσεων για ολιστική αντιμετώπιση του καρκίνου
Πώς μπορεί να αυξηθεί το ποσοστό των ασθενών που ωφελούνται από την ανοσοθεραπεία; Οι ερευνητές εξετάζουν πολλές διαφορετικές στρατηγικές.
Η έρευνα της Wargo, αν και ακόμη σε πρώιμο στάδιο, δείχνει ότι μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες μπορεί να βελτιώνει την ανταπόκριση, μέσω αλλαγών στο μικροβίωμα του εντέρου που επηρεάζουν τόσο το ανοσοποιητικό σύστημα όσο και τον όγκο. Άλλες μελέτες δείχνουν ότι οι στατίνες, οικονομικά και ευρέως διαθέσιμα φάρμακα που μειώνουν τη χοληστερίνη, μπορούν να ενισχύουν την αποτελεσματικότητα της ανοσοθεραπείας μέσω αλλαγών στην κυτταρική επικοινωνία. Ακόμη και η ώρα χορήγησης της θεραπείας φαίνεται να παίζει ρόλο, με δεδομένα να δείχνουν καλύτερα αποτελέσματα όταν η θεραπεία γίνεται νωρίς μέσα στην ημέρα.
Ο συνδυασμός ανοσοθεραπείας με άλλες θεραπείες, όπως η ακτινοθεραπεία ή οι υπέρηχοι, αποτελεί επίσης μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση. «Η ακτινοθεραπεία μπορεί να κάνει τον όγκο πιο ορατό στο ανοσοποιητικό σύστημα», εξήγησε η Sandra Demaria από το Weill Cornell Medical Center. Παρόμοια δράση φαίνεται να έχει και η θεραπεία με υπερήχους.
Άλλοι ερευνητές εστιάζουν στην εξατομίκευση, προσπαθώντας να αντιστοιχίσουν κάθε ασθενή με τη θεραπεία που του ταιριάζει καλύτερα.
«Ο τομέας βρίσκεται σε σημείο καμπής. Μπορούμε πλέον να περάσουμε από τη θεραπεία του καρκίνου στη θεραπεία του ίδιου του ασθενούς», επισήμανε η Sandra Demaria.
Η εξατομικευμένη ιατρική προκαλεί έντονο ενδιαφέρον σε πολλούς τομείς, όμως στην ογκολογία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, λόγω της πολυπλοκότητας της νόσου, τόνισε η Knudsen. «Ο καρκίνος δεν είναι μία νόσος», πρόσθεσε. «Είναι 200 διαφορετικές νόσοι, που προκύπτουν για διαφορετικούς λόγους και απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση». Ακόμη και ασθενείς με τον ίδιο τύπο και στάδιο καρκίνου μπορεί να διαφέρουν σε κυτταρικό επίπεδο.
Επιστήμονες στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center έχουν ήδη δοκιμάσει μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα στρατηγική, βασισμένη στο γεγονός ότι όγκοι με συγκεκριμένο γενετικό προφίλ ανταποκρίνονται καλά σε αναστολείς σημείων ελέγχου όπως το dostarlimab. Σε δύο μικρές μελέτες το 2022 και το 2024, σε ασθενείς με καρκίνο του ορθού με αυτό το προφίλ, η θεραπεία εξάλειψε πλήρως τους όγκους. Στη συνέχεια, η έρευνα επεκτάθηκε σε 117 ασθενείς με διαφορετικούς τύπους όγκων, όπως του οισοφάγου, της ουροδόχου κύστης και του στομάχου, που είχαν το ίδιο γενετικό χαρακτηριστικό. Από τους 103 που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία, οι 84, μεταξύ των οποίων και η Sideris, παρουσίασαν πλήρη εξαφάνιση των όγκων, ενώ μόνο 2 χρειάστηκαν επιπλέον χειρουργείο.
Ερευνητές από το MD Anderson ανέφεραν παρόμοια αποτελέσματα με άλλη προσέγγιση που χρησιμοποιεί διαφορετικό αναστολέα σημείων ελέγχου. Άλλες ομάδες έδειξαν ότι ακόμη και όταν οι ασθενείς τελικά χειρουργούνται, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι καλύτερα αν έχει προηγηθεί ανοσοθεραπεία.
Αν και απαιτείται περισσότερη έρευνα, τα ευρήματα αυτά θεωρούνται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, καθώς ανοίγουν τον δρόμο για μια λιγότερο επεμβατική αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματική εποχή θεραπείας, σύμφωνα με τον Luis Diaz, επικεφαλής ογκολογίας συμπαγών όγκων στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center.
«Πρέπει να περάσουμε από τον Μεσαίωνα στη σύγχρονη εποχή. Το να αφαιρείται το ορθό, το στομάχι ή η ουροδόχος κύστη δεν είναι αρκετό. Πρέπει να κάνουμε κάτι καλύτερο», επισήμανε ο ίδιος.
Το βασικό μειονέκτημα είναι ότι μόνο περίπου 5% των όγκων έχουν το γενετικό προφίλ που τους καθιστά κατάλληλους για αυτή τη θεραπεία χωρίς χειρουργείο. «Το υπόλοιπο 95% χρειάζεται κάτι εξίσου αποτελεσματικό», συμπλήρωσε.
Η προοπτική των αντικαρκινικών εμβολίων
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές συνεχίζουν να αναζητούν νέες μορφές ανοσοθεραπείας και να βελτιώνουν υπάρχουσες προσεγγίσεις, όπως τα αντικαρκινικά εμβόλια.
Τα παραδοσιακά εμβόλια εκπαιδεύουν το σώμα εκθέτοντάς το σε μέρη ενός παθογόνου, όπως ένας ιός, ώστε να μάθει να αντιδρά. Μια παρόμοια λογική μπορεί να εφαρμοστεί και στον καρκίνο με στόχο τη θεραπεία και όχι την πρόληψη.
Τα καρκινικά κύτταρα φέρουν συγκεκριμένες πρωτεΐνες στην επιφάνειά τους. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας των εμβολίων, οι ερευνητές μπορούν να εκπαιδεύσουν το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να αναγνωρίζει και να στοχεύει αυτές τις πρωτεΐνες, ενεργοποιώντας μια ισχυρή αντίδραση ενάντια στον συγκεκριμένο καρκίνο του ασθενούς.
Ήδη υπάρχουν πρώιμα στοιχεία που υποστηρίζουν αυτή την προσέγγιση. Ερευνητές από το Dana-Farber Cancer Institute στις ΗΠΑ δημιούργησαν πρόσφατα εξατομικευμένα εμβόλια για 9 ασθενείς με έναν τύπο καρκίνου των νεφρών. Μετά τη χειρουργική αφαίρεση των όγκων, οι ασθενείς εμβολιάστηκαν ώστε να απομακρυνθούν τυχόν υπολειπόμενα καρκινικά κύτταρα.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025, αναφέρθηκε ότι και οι 9 ασθενείς ανέπτυξαν στοχευμένη αντικαρκινική ανοσολογική απόκριση και παρέμειναν χωρίς νόσο για χρόνια μετά το χειρουργείο. Τα εξατομικευμένα εμβόλια έχουν επίσης δείξει θετικά αποτελέσματα και στο μελάνωμα.
«Βρισκόμαστε σε έναν εντελώς νέο κόσμο», ανέφερε η Knudsen. «Είναι ο ορισμός της ιατρικής ακριβείας. Πλέον μπορούμε, ίσως και πολύ γρήγορα, να αναπτύξουμε στρατηγικές εμβολιασμού για τον ακριβή όγκο που έχετε».
Παρά τον ενθουσιασμό, ο δρόμος παραμένει μακρύς.
Απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να επιβεβαιωθούν πολλές από τις υποσχόμενες προσεγγίσεις και για να φτάσουμε σε ένα μέλλον όπου οι γιατροί θα μπορούν με ακρίβεια να επιλέγουν τη σωστή θεραπεία για κάθε ασθενή. «Πολλοί στόχοι και νέα φάρμακα που έδειξαν αρχικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα δεν προχώρησαν πέρα από τις πρώιμες κλινικές δοκιμές», προειδοποίησε η Demaria.
Είναι επίσης πιθανό ένα ποσοστό ασθενών να μην ανταποκρίνεται σε καμία μορφή ανοσοθεραπείας. Οι καρκίνοι διαθέτουν διαφορετικούς μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να αναπτύσσονται, και το ανοσοποιητικό σύστημα δεν είναι εξίσου αποτελεσματικό απέναντι σε όλους.
Εντούτοις, για όσους ανταποκρίνονται, η ανοσοθεραπεία ήδη σώζει ζωές και αλλάζει ριζικά την πορεία της νόσου.
Η Sideris, που συμμετείχε στη μελέτη του Diaz, θεωρεί ότι αποτελεί μέρος ενός πιο αισιόδοξου μέλλοντος για την ογκολογία. «Προχωράμε προς μια εξαιρετική κατεύθυνση. Ένας από τους γιατρούς μου είπε ότι σε 10 χρόνια, η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία θα μοιάζουν με την αφαίμαξη. Τόσο ξεπερασμένες θα είναι», κατέληξε ο Diaz.








