Η αναζήτηση των παραγόντων που επηρεάζουν τη μακροζωία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία της σύγχρονης επιστήμης. Από τη διατροφή και τη σωματική άσκηση μέχρι τη βιολογική ηλικία και τις νέες τεχνολογίες που υπόσχονται καλύτερη υγεία, η προσπάθεια κατανόησης του γιατί κάποιοι άνθρωποι ζουν περισσότερο βρίσκεται στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Ωστόσο, πέρα από τις καθημερινές συνήθειες, σημαντικό ρόλο φαίνεται πως έχουν τα γονίδια.
Μια νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Science, έρχεται να αναδείξει ότι ο ρόλος των γονιδίων στη διάρκεια ζωής ίσως είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι θεωρούσαν οι ειδικοί μέχρι σήμερα. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η κληρονομικότητα μπορεί να επηρεάζει τη μακροζωία σε ποσοστό μεγαλύτερο από αυτό που είχε υπολογιστεί σε προηγούμενες έρευνες.
Μέχρι πρόσφατα, οι περισσότερες μελέτες εκτιμούσαν ότι η γενετική συμβάλλει περίπου κατά 20% έως 25% στη διάρκεια ζωής ενός ανθρώπου, ενώ ορισμένες νεότερες αναλύσεις είχαν καταλήξει σε ακόμη χαμηλότερα ποσοστά. Η νέα προσέγγιση όμως εξέτασε διαφορετικά τα δεδομένα, απομακρύνοντας παράγοντες που δεν σχετίζονται άμεσα με τη φυσική διαδικασία γήρανσης.
Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τους αυτό που ονομάζεται εξωγενής θνησιμότητα, δηλαδή θανάτους που προκαλούνται από εξωτερικούς και απρόβλεπτους παράγοντες όπως ατυχήματα, λοιμώξεις ή άλλες τυχαίες αιτίες. Με την αφαίρεση αυτών των στοιχείων, οι επιστήμονες κατάφεραν να εξετάσουν πιο καθαρά τον ρόλο που παίζει η ίδια η βιολογία στη διαδικασία της γήρανσης.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η γενετική θα μπορούσε να επηρεάζει έως και το 55% της διάρκειας ζωής, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό φαίνεται να σχετίζεται με παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η διατροφή, η φυσική δραστηριότητα, η διαχείριση του στρες και η συνολική φροντίδα της υγείας.
Σημαντικό μέρος της έρευνας βασίστηκε σε μητρώα διδύμων από τη Σουηδία και τη Δανία. Η σύγκριση μονοζυγωτικών και διζυγωτικών διδύμων θεωρείται ιδιαίτερα χρήσιμη σε τέτοιες μελέτες, επειδή επιτρέπει στους ερευνητές να κατανοήσουν καλύτερα πόσο επηρεάζει η γενετική και πόσο το περιβάλλον.
Ειδικό ενδιαφέρον παρουσίασαν περιπτώσεις διδύμων που μεγάλωσαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Παρότι είχαν παρόμοιο γενετικό υλικό, οι διαφορετικές συνθήκες ζωής επέτρεψαν στους επιστήμονες να διαχωρίσουν πιο αποτελεσματικά τον ρόλο της κληρονομικότητας από αυτόν των εξωτερικών παραγόντων.
Τα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι τα γονίδια δεν επηρεάζουν όλες τις ασθένειες με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, η γενετική φαίνεται να έχει σημαντική επίδραση στις καρδιαγγειακές παθήσεις και ακόμη μεγαλύτερη επιρροή σε ορισμένες μορφές άνοιας. Αντίθετα, στον καρκίνο, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες και οι καθημερινές συνήθειες εξακολουθούν να διατηρούν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο.
Οι ειδικοί αναφέρουν ότι υπάρχουν γονίδια που συνδέονται με τη λεγόμενη μακροζωία. Τα άτομα που φέρουν ορισμένες γενετικές παραλλαγές φαίνεται να εμφανίζουν χρόνιες παθήσεις σε μεγαλύτερη ηλικία ή να αναπτύσσουν λιγότερα προβλήματα υγείας κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ορισμένα από αυτά τα γονίδια συμμετέχουν σε μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA και προστασίας των κυττάρων από βλάβες.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η γενετική καθορίζει απόλυτα τη διάρκεια ζωής. Ακόμη και άνθρωποι με ευνοϊκό γενετικό υπόβαθρο επηρεάζονται από τον τρόπο ζωής τους. Παράγοντες όπως η καθιστική ζωή, το κάπνισμα, η κακή διατροφή, η έλλειψη ύπνου και το χρόνιο στρες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την υγεία και να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων.








