Ιός Δυτικού Νείλου: Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση στην Ευρώπη – Νέες περιοχές μπαίνουν στο «κόκκινο»

Ιός Δυτικού Νείλου: Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση στην Ευρώπη – Νέες περιοχές μπαίνουν στο «κόκκινο»
Pixabay
Πέμπτη, 15/10/2026 - 16:07

Η Ιταλία, η Ελλάδα και η Γαλλία συγκεντρώνουν μέχρι στιγμής τα περισσότερα κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου.

Η επικράτηση του ιού του Δυτικού Νείλου διαφέρει από χρονιά σε χρονιά αλλά φέτος φαίνεται ότι είναι μία από τις δυσκολότερες περιόδους για την Ευρώπη, με τα κρούσματα να έχουν αγγίξει αριθμούς – ρεκόρ.

Το ECDC επισημαίνει σε ανακοίνωσή του, ότι «έως τις 7 Οκτωβρίου 2026, οι χώρες της ΕΕ έχουν καταγράψει 1.715 κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου σε ανθρώπους, τα οποία αποκτήθηκαν τοπικά — πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό που έχει καταγραφεί ποτέ.

Η Ιταλία παραμένει η χώρα που έχει πληγεί περισσότερο, με 748 καταγεγραμμένα κρούσματα. Η Ελλάδα και η Γαλλία κατέγραψαν τον υψηλότερο αριθμό κρουσμάτων λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου σε ανθρώπους που έχει σημειωθεί ποτέ στις χώρες αυτές».

Ωστόσο, παρά τον αριθμό-ρεκόρ των καταγεγραμμένων κρουσμάτων, προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις αυξημένης σοβαρότητας της νόσου φέτος, σύμφωνα με το ECDC. «Τα ποσοστά των καταγεγραμμένων κρουσμάτων που χρειάστηκαν νοσηλεία, εμφάνισαν νευρολογικά συμπτώματα ή κατέληξαν, παραμένουν χαμηλότερα από τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετία. Μέχρι στιγμής, κατά την τρέχουσα περίοδο, έχουν καταγραφεί 130 θάνατοι», τονίζει το ECDC.

Το νέο στοιχείο που κάνει γνωστό το ECDC είναι ότι, ο ιός του Δυτικού Νείλου εξαπλώνεται σε νέες περιοχές της Ευρώπης. Πρόσφατα περιστατικά σε ανθρώπους και ζώα στο Βέλγιο και την Ολλανδία δείχνουν ότι ο ιός κυκλοφορεί πλέον και σε βορειότερες περιοχές — μια τάση που αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια.

Η Ολλανδία έχει αναφέρει 59 κρούσματα σε ανθρώπους φέτος, ενώ το Βέλγιο έχει καταγράψει 15 κρούσματα — πρόκειται για τις πρώτες περιπτώσεις μόλυνσης από τον ιό του Δυτικού Νείλου που αποκτήθηκαν εντός της χώρας.

«Ο ιός του Δυτικού Νείλου αποτελεί σαφές παράδειγμα του γιατί μια διατομεακή προσέγγιση είναι απαραίτητη. Ο ιός κυκλοφορεί μεταξύ κουνουπιών και πτηνών και μπορεί να προκαλέσει νόσο στον άνθρωπο και στα άλογα. Επομένως, κανένας μεμονωμένος τομέας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο μόνος του. Οι αρχές δημόσιας υγείας, οι κτηνιατρικές αρχές και οι περιβαλλοντικές αρχές οφείλουν να συνεργαστούν, ώστε να κατανοήσουν τον κίνδυνο και να ανταποκριθούν πιο αποτελεσματικά», υπογραμμίζει η Céline Gossner, ανώτερη εμπειρογνώμονας στο ECDC.

Το ECDC καθιστά σαφές ότι «η περαιτέρω εξάπλωση του ιού σε όλη την Ευρώπη σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι διατρέχουν κίνδυνο μόλυνσης. Όσοι διαμένουν ή επισκέπτονται περιοχές όπου κυκλοφορεί ο ιός του Δυτικού Νείλου μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο χρησιμοποιώντας εντομοαπωθητικά, φορώντας φαρδιά ρούχα που καλύπτουν το σώμα κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες, καθώς και χρησιμοποιώντας σήτες στα παράθυρα, κουνουπιέρες ή κλιματισμό, όπου κρίνεται σκόπιμο. Η προστασία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα ηλικιωμένα άτομα και όσους έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών συμπτωμάτων.

Αν και οι περιβαλλοντικές συνθήκες για τη μετάδοση του ιού του Δυτικού Νείλου γίνονται λιγότερο ευνοϊκές γιατί έχουμε εισέλθει στο φθινόπωρο, η μετάδοση ενδέχεται να συνεχιστεί σε χαμηλότερα επίπεδα τις επόμενες εβδομάδες και αναμένεται να καταγραφούν επιπλέον κρούσματα. Ως εκ τούτου, οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να διασφαλίσουν την ύπαρξη ισχυρών συστημάτων επιτήρησης, την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων τομέων, καθώς και την έγκαιρη ανίχνευση των κρουσμάτων.

Η αποτελεσματική καταπολέμηση των κουνουπιών απαιτεί έναν συνδυασμό παρακολούθησης των πληθυσμών τους, περιορισμού των εστιών αναπαραγωγής και στοχευμένων μέτρων ελέγχου, με συντονισμό μεταξύ των αρχών δημόσιας υγείας, κτηνιατρικών υπηρεσιών και περιβαλλοντικών φορέων. Σε συνδυασμό με τα μέτρα ατομικής προστασίας από τα τσιμπήματα των κουνουπιών, οι ενέργειες αυτές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου μόλυνσης».

Τελευταία τροποποίηση στις 15/10/2026 - 16:12