Ο αντιγριπικός εμβολιασμός αποτελεί βασικό μέτρο πρόληψης, ιδιαίτερα για όσους κινδυνεύουν περισσότερο να νοσήσουν σοβαρά. Γιατί, όμως, χρειάζεται να κάνετε το εμβόλιο κάθε χρόνο και πόσο διαρκεί η προστασία του; Η απάντηση σχετίζεται τόσο με τις αλλαγές που παρουσιάζει ο ιός της γρίπης όσο και με τη σταδιακή εξασθένηση της ανοσίας μετά τον εμβολιασμό.
Γιατί χρειάζεται να κάνετε το φετινό εμβόλιο
Καθώς ο ιός της γρίπης εξαπλώνεται και πολλαπλασιάζεται, υφίσταται μικρές γενετικές αλλαγές. Το φαινόμενο ονομάζεται «αντιγονική παρέκκλιση» και εξηγεί γιατί μπορείτε να περάσετε γρίπη περισσότερες από μία φορές στη ζωή σας.
Τα στελέχη που κυκλοφορούν κάθε χειμώνα μπορεί να διαφέρουν από εκείνα της προηγούμενης χρονιάς. Γι’ αυτό η σύνθεση του εμβολίου επανεξετάζεται κάθε χρόνο. Ακόμη, όμως, και όταν παραμένει ίδια, ο εμβολιασμός χρειάζεται να επαναλαμβάνεται, επειδή η προστασία του προηγούμενου εμβολίου εξασθενεί. Όπως εξηγεί ο ΕΟΔΥ, ο εμβολιασμός την προηγούμενη χρονιά δεν εξασφαλίζει προστασία για την επόμενη περίοδο γρίπης.
Η επιλογή των στελεχών βασίζεται στη διεθνή παρακολούθηση των ιών της γρίπης. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αξιολογεί τα δεδομένα και διατυπώνει συστάσεις για τη σύνθεση των εμβολίων. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων εκδίδει τις αντίστοιχες συστάσεις για τα εμβόλια της επόμενης περιόδου.
Ποιοι πρέπει να κάνουν το εμβόλιο της γρίπης
Στην Ελλάδα, για την περίοδο 2026–2027, ο εμβολιασμός συνιστάται κατά προτεραιότητα σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, παιδιά από 6 μηνών έως 5 ετών, μεγαλύτερα παιδιά και ενηλίκους με χρόνια νοσήματα ή άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες, εγκύους, λεχώνες και θηλάζουσες. Στις ομάδες προτεραιότητας περιλαμβάνονται επίσης, μεταξύ άλλων, οι επαγγελματίες υγείας και όσοι φροντίζουν βρέφη κάτω των 6 μηνών ή άτομα με υποκείμενα νοσήματα.
Οι κίνδυνοι της γρίπης
Η σύσταση για ετήσιο εμβολιασμό βασίζεται στους κινδύνους που μπορεί να προκαλέσει η λοίμωξη:
- Η γρίπη μεταδίδεται εύκολα: Ο ιός μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, κυρίως όταν κάποιος που νοσεί βήχει ή φτερνίζεται. Το πλύσιμο των χεριών, ο καθαρισμός των επιφανειών που αγγίζετε συχνά και η αποφυγή επαφών όταν έχετε συμπτώματα βοηθούν στον περιορισμό της μετάδοσης. Ο εμβολιασμός παραμένει βασικό μέτρο προστασίας.
- Η γρίπη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές: Αν και αρκετοί την περνούν σχετικά ελαφρά, μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονία, επιδείνωση χρόνιων νοσημάτων, νοσηλεία ή ακόμη και θάνατο.
- Οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι: Τα βρέφη κάτω των 6 μηνών δεν μπορούν ακόμη να εμβολιαστούν. Οι ηλικιωμένοι, από την άλλη, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης και επιπλοκών. Ο εμβολιασμός όσων ζουν μαζί τους ή τους φροντίζουν συμβάλλει στην προστασία τους.
Πού και πότε μπορείτε να κάνετε το εμβόλιο της γρίπης
Στην Ελλάδα, μπορείτε να απευθυνθείτε στον γιατρό σας, σε δομή πρωτοβάθμιας φροντίδας ή στο φαρμακείο σας για να προγραμματίσετε τον εμβολιασμό σας. Για τους ενηλίκους που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, τα συμβατικά αντιγριπικά εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν από φαρμακοποιό χωρίς ιατρική συνταγή. Κάθε εμβολιασμός πρέπει να καταχωρίζεται στο Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών.
Σύμφωνα με τις νεότερες οδηγίες του Υπουργείου Υγείας ο εμβολιασμός συνιστάται κατά προτίμηση από τα μέσα Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου. Ο οργανισμός χρειάζεται περίπου δύο εβδομάδες για να αναπτύξει προστασία. Αν δεν προλάβετε αυτό το διάστημα, μπορείτε να εμβολιαστείτε και αργότερα, όσο διαρκεί η περίοδος της εποχικής γρίπης.
Μπορείτε να κάνετε το εμβόλιο ακόμη και αν έχετε ήδη περάσει γρίπη, καθώς η νόσηση από ένα στέλεχος δεν σας προστατεύει απαραίτητα από τα υπόλοιπα. Αν εξακολουθείτε να έχετε συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού, ο εμβολιασμός αναβάλλεται μέχρι να υποχωρήσουν. Ο γιατρός σας θα σας καθοδηγήσει για το πότε μπορείτε να εμβολιαστείτε.
Η προστασία διαρκεί για μήνες, αλλά σταδιακά μειώνεται. Η διάρκειά της επηρεάζεται από την ηλικία σας, την κατάσταση της υγείας σας και το πόσο καλά ταιριάζουν τα στελέχη του εμβολίου με εκείνα που κυκλοφορούν. Γι’ αυτό έχει σημασία να εμβολιάζεστε στον κατάλληλο χρόνο, ώστε να είστε προστατευμένοι τους μήνες που η γρίπη βρίσκεται σε έξαρση.
Στην Ελλάδα, η δραστηριότητα της γρίπης συνήθως αυξάνεται τον Ιανουάριο και κορυφώνεται μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε χρονιά ακολουθεί ακριβώς το ίδιο μοτίβο.
Οι διαφορετικοί τύποι αντιγριπικών εμβολίων
Στις ελληνικές συστάσεις περιλαμβάνονται συμβατικά ενέσιμα εμβόλια, εμβόλια υψηλής δόσης, εμβόλια με ανοσοενισχυτικό και ένα ρινικό εμβόλιο. Η επιλογή εξαρτάται από την ηλικία και την κατάσταση της υγείας σας.
Στα συμβατικά ενέσιμα εμβόλια περιλαμβάνονται τα Vaxigrip TIV, Influvac, Influsplit και Flucelvax. Για άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω συνιστώνται κατά προτίμηση τα ενισχυμένα εμβόλια: το Efluelda, που περιέχει υψηλότερη δόση αντιγόνου, και το Fluad, που περιέχει ανοσοενισχυτικό. Τα συγκεκριμένα εμβόλια συνιστώνται επίσης σε ενηλίκους 18–64 ετών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου.
Αν δεν είναι διαθέσιμο ενισχυμένο εμβόλιο, οι οδηγίες τονίζουν ότι ο εμβολιασμός δεν πρέπει να καθυστερεί και μπορεί να γίνει με άλλο κατάλληλο αντιγριπικό εμβόλιο.
Για παιδιά και εφήβους από 2 έως κάτω των 18 ετών υπάρχει και το Fluenz, που χορηγείται με ψεκασμό στη μύτη και περιέχει ζωντανούς εξασθενημένους ιούς. Δεν είναι κατάλληλο για όλους: αντενδείκνυται, μεταξύ άλλων, σε παιδιά με ανοσοκαταστολή, ιστορικό άσθματος ή πρόσφατα επαναλαμβανόμενα επεισόδια συριγμού, καθώς και σε όσα λαμβάνουν μακροχρόνια ασπιρίνη. Η επιλογή του πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με τον παιδίατρο.
Το ενέσιμο εμβόλιο δεν μπορεί να σας προκαλέσει γρίπη
Δεν μπορείτε να κολλήσετε γρίπη από το ενέσιμο αντιγριπικό εμβόλιο, καθώς τα αδρανοποιημένα εμβόλια δεν περιέχουν ζωντανούς ιούς που μπορούν να προκαλέσουν τη νόσο.
Μετά τον εμβολιασμό μπορεί να εμφανίσετε πόνο στο σημείο της ένεσης, κόπωση ή άλλες ήπιες, παροδικές ενοχλήσεις. Αυτές οι αντιδράσεις δεν σημαίνουν ότι έχετε γρίπη.
Ακόμη και αν εμβολιαστείτε, υπάρχει πιθανότητα να νοσήσετε. Το εμβόλιο, όμως, μπορεί να περιορίσει τη βαρύτητα της νόσου και να μειώσει τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών. Όπως επισημαίνει ο ΕΟΔΥ, ακόμη και όταν η προστασία από τη λοίμωξη είναι χαμηλότερη, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους και σε άτομα με σοβαρά χρόνια νοσήματα, ο εμβολιασμός μειώνει την πιθανότητα νοσηλείας και θανάτου.







