Κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό, καθώς το φθινόπωρο δίνει τη θέση του στον χειμώνα. Οι άνεμοι δυναμώνουν, η θερμοκρασία πέφτει και ξαφνικά εμφανίζονται το φτέρνισμα και ο βήχας. Πρώτα αλλάζει ο καιρός και λίγο αργότερα ακολουθεί το κρυολόγημα.
Αν και η μετάβαση από τις υψηλότερες στις χαμηλότερες θερμοκρασίες συχνά φαίνεται να συνοδεύεται από ασθένειες, έχει σημασία να γνωρίζετε πώς και γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό, αλλά και τι μπορείτε να κάνετε για να μειώσετε τον κίνδυνο.
Πώς επηρεάζει ο καιρός την υγεία σας
Αρχικά, χρειάζεται να γίνει μια βασική διάκριση. «Η ίδια η αλλαγή της θερμοκρασίας δεν σας αρρωσταίνει, όμως οι μεταβολές στις καιρικές συνθήκες μπορούν να σας κάνουν πιο ευάλωτους», εξήγησε η Neha Vyas, οικογενειακή γιατρός, μιλώντας στην κλινική του Cleveland. Σύμφωνα με την ίδια, υπάρχουν 3 βασικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση των λοιμώξεων αυτή την περίοδο.
Ξηρός αέρας
«Ο χειμώνας φέρνει πιο κρύο και ξηρό αέρα, ο οποίος ξηραίνει τις βλεννογόνους μεμβράνες και διευκολύνει την είσοδο των ιών στον οργανισμό. Οι μικρές ρωγμές που δημιουργούνται μπορούν να επιτρέψουν στους ιούς να εγκατασταθούν και να περάσουν πιο εύκολα στο σώμα», τόνισε η γιατρός.
Χαμηλές θερμοκρασίες
«Όταν ο αέρας γίνεται πιο κρύος, αποδυναμώνεται το ανοσοποιητικό σύστημα, γεγονός που μας καθιστά πιο επιρρεπείς στις λοιμώξεις», σημείωσε η ίδια.
Αυξημένη έκθεση σε άλλους ανθρώπους
Πέρα από την έκθεση στο κρύο, αυξάνεται και η επαφή με άτομα που είναι άρρωστα. Τον χειμώνα περνάτε περισσότερο χρόνο σε κλειστούς χώρους και κοντά σε περισσότερους ανθρώπους, κάτι που ευνοεί τη μετάδοση των ιών. «Σε εσωτερικούς χώρους υπάρχουν περισσότερα μικρόβια και ο αερισμός δεν είναι τόσο καλός όσο σε εξωτερικούς. Όταν βρίσκεστε κοντά σε περισσότερα άτομα, οι ιοί μεταδίδονται πιο εύκολα», ανέφερε η Vyas.
Παράλληλα, ο χειμώνας αποτελεί περίοδο αιχμής για ορισμένους ιούς, ιδιαίτερα για τη γρίπη, οι οποίοι συνήθως δεν επιβιώνουν το ίδιο καλά τους θερμότερους μήνες.
Εποχικές αλλεργίες
Αν και για πολλούς ανθρώπους οι αλλεργίες αποτελούν πρόβλημα όλο τον χρόνο, οι εποχικές αλλεργίες που εμφανίζονται το φθινόπωρο, όταν αρχίζει να πέφτει η θερμοκρασία, μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα που επιμένουν. Η αμβροσία είναι το πιο συχνό αλλεργιογόνο αυτή την περίοδο, ωστόσο και άλλα αγριόχορτα, όπως η αρτεμισία και το φασκόμηλο, απελευθερώνουν γύρη που μπορεί να πυροδοτήσει αλλεργικές αντιδράσεις σε πιο δροσερό καιρό.
Και εδώ, δεν είναι η πτώση της θερμοκρασίας αυτή καθαυτή που προκαλεί το πρόβλημα, αλλά οι συνθήκες που τη συνοδεύουν και σας καθιστούν πιο ευάλωτους.
Πώς να μειώσετε τον κίνδυνο ασθένειας όταν αλλάζει ο καιρός
Αν και δεν είναι δυνατόν να προστατευτείτε απόλυτα, υπάρχουν αρκετά πρακτικά μέτρα που μπορούν να μειώσουν τις πιθανότητες να αρρωστήσετε.
Χρήση μάσκας
Μια συνήθεια που καθιερώθηκε την περίοδο της πανδημίας και μπορεί να παραμείνει χρήσιμη είναι η χρήση μάσκας. Μολονότι στην Ελλάδα έγινε ευρέως διαδεδομένη λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, σε πολλές χώρες αποτελούσε εδώ και χρόνια συνηθισμένη πρακτική κατά την περίοδο της γρίπης.
«Η χρήση μάσκας σε εσωτερικούς χώρους, ειδικά όταν βρίσκεστε κοντά σε άτομα των οποίων η ανοσία ή η εμβολιαστική κατάσταση είναι άγνωστη, είναι μια καλή επιλογή», είπε η Vyas.
Διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος
Εξίσου σημαντικό είναι να παραμένετε ζεστοί, ιδιαίτερα όταν βρίσκεστε σε εξωτερικούς χώρους. «Χάνουμε πολλή θερμότητα από το κεφάλι, τα χέρια, τα πόδια, τα αυτιά, τη μύτη και το στόμα, επομένως αυτά τα σημεία χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία για να διατηρείται η θερμότητα και να υποστηρίζεται το ανοσοποιητικό σύστημα», η ίδια.
Επαρκής ενυδάτωση
Η ανάγκη για σωστή ενυδάτωση παραμένει εξίσου σημαντική και τους κρύους μήνες. «Ο ξηρός αέρας μπορεί να μη γίνεται άμεσα αντιληπτός και να μη νιώθετε έντονη δίψα, όμως η επαρκής ενυδάτωση παραμένει απαραίτητη», σημείωσε.
Ο ρόλος της διατροφής
Το ίδιο ισχύει και για τη διατροφή. «Τα φρέσκα φρούτα, τα λαχανικά και η μεσογειακή διατροφή μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη διατήρηση της υγείας», κατέληξε η γιατρός.
Όσον αφορά τη βιταμίνη C, η Vyas επισήμανε ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν δείχνουν πως προλαμβάνει ουσιαστικά τις ασθένειες, αν και η πρόσληψή της δεν φαίνεται να προκαλεί βλάβη.








