Μία από τις συχνότερες μορφές καρκίνου παγκοσμίως αλλά και μία από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου από κακοήθεια παραμένει ο καρκίνος του παχέος εντέρου. Παρ΄ότι η πρόληψη και ο έγκαιρος έλεγχος έχουν βελτιώσει σημαντικά τις προοπτικές των ασθενών, η ιατρική κοινότητα συνεχίζει να αναζητά νέους τρόπους μείωσης του κινδύνου εμφάνισής του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μία νέα μεγάλη μελέτη έρχεται να στρέψει τα φώτα σε μια κατηγορία φαρμάκων που μέχρι σήμερα συνδέαμε κυρίως με τον διαβήτη και την απώλεια βάρους: τους αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, γνωστούς και ως GLP-1RAs.
Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι η έρευνα, που παρουσιάστηκε στο ASCO Gastrointestinal Cancers Symposium 2026, συνέκρινε άμεσα τα GLP-1RAs με την ασπιρίνη ως προς την πιθανή προστασία από τον καρκίνο του παχέος εντέρου.
Το βασικό συμπέρασμα ήταν ότι τα άτομα που λάμβαναν GLP-1 είχαν 36% μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν καρκίνο παχέος εντέρου σε σύγκριση με εκείνα που λάμβαναν ασπιρίνη. Ακόμη πιο έντονο φάνηκε το όφελος σε ανθρώπους με αυξημένο κίνδυνο λόγω προσωπικού ή οικογενειακού ιστορικού, όπου η μείωση του κινδύνου έφτασε σχεδόν το 42%.
Ασπιρίνη και καρκίνος παχέος εντέρου
Για πολλά χρόνια, η ασπιρίνη είχε εξεταστεί ως πιθανό «όπλο» πρόληψης για τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Πράγματι, ορισμένες παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει ότι η μακροχρόνια χρήση χαμηλής δόσης ίσως προσφέρει ένα μέτριο προστατευτικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, αυτό το πιθανό όφελος συνοδεύεται από σημαντικούς κινδύνους, κυρίως αιμορραγίες και γαστρεντερικές επιπλοκές. Γι’ αυτό και η ασπιρίνη δεν θεωρείται πλέον μια γενική, ασφαλής στρατηγική πρόληψης για όλους.
Αντίθετα, τα GLP-1RAs έχουν ήδη αποκτήσει ευρεία χρήση στη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και, πιο πρόσφατα, της παχυσαρκίας. Τα φάρμακα αυτά βοηθούν στη ρύθμιση του σακχάρου, μειώνουν την όρεξη και συμβάλλουν στην απώλεια βάρους. Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι επιστήμονες εξετάζουν αν μπορεί να έχουν και άλλες δράσεις, πέρα από τον μεταβολισμό. Προκλινικά δεδομένα έχουν δείξει ότι ίσως ασκούν αντιφλεγμονώδη και αντιπολλαπλασιαστική επίδραση σε καρκινικά κύτταρα του παχέος εντέρου, επηρεάζοντας βιολογικές οδούς που σχετίζονται με την ανάπτυξη όγκων.
Η νέα μελέτη βασίστηκε σε απο-προσωποποιημένα δεδομένα από 281.656 άτομα, μέσω της διεθνούς βάσης TriNetX. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο ομάδες ίδιου μεγέθους: 140.828 χρήστες GLP-1RAs και 140.828 χρήστες ασπιρίνης, με παρόμοια δημογραφικά χαρακτηριστικά. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν τα 58 έτη, το 69% ήταν γυναίκες, ενώ η παρακολούθηση διήρκεσε αρκετά χρόνια. Πρωταρχικός στόχος ήταν να διαπιστωθεί πόσοι από τους συμμετέχοντες εμφάνισαν καρκίνο παχέος εντέρου μετά την έναρξη της θεραπείας.
Λήψη φαρμάκων GLP-1 και επιπλοκές
Επιπλέον, στην ομάδα που λάμβανε GLP-1RAs καταγράφηκαν λιγότερες σοβαρές επιπλοκές, όπως οξεία νεφρική βλάβη, γαστρικά έλκη και γαστρεντερική αιμορραγία, σε σύγκριση με την ομάδα που έπαιρνε ασπιρίνη. Από την άλλη πλευρά, στην ομάδα των GLP-1 παρατηρήθηκαν συχνότερα διάρροια και κοιλιακό άλγος, ενώ η ναυτία και οι έμετοι εμφανίστηκαν και στις δύο ομάδες. Συνεπώς, τα GLP-1 δεν είναι «χωρίς παρενέργειες», αλλά φαίνεται ότι το προφίλ ασφάλειάς τους ίσως είναι ευνοϊκότερο από εκείνο της ασπιρίνης, τουλάχιστον ως προς ορισμένους σοβαρούς κινδύνους.
Η σχετική μείωση του κινδύνου ήταν σημαντική, όμως το απόλυτο όφελος για κάθε μεμονωμένο άνθρωπο ήταν μικρό. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι περισσότεροι από 2.000 άνθρωποι θα έπρεπε να λάβουν ένα GLP-1 ώστε να προληφθεί ένα περιστατικό καρκίνου του παχέος εντέρου. Αυτό σημαίνει ότι δεν μιλάμε για ένα «μαγικό χάπι» πρόληψης, αλλά για μια πιθανή πρόσθετη ωφέλεια, ιδιαίτερα σημαντική σε επίπεδο δημόσιας υγείας, επειδή τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται ήδη από εκατομμύρια ανθρώπους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι το όφελος φάνηκε ανεξάρτητα από το αν οι συμμετέχοντες είχαν παχυσαρκία ή διαβήτη. Παράλληλα, παρατηρήθηκε μείωση του κινδύνου και σε όσους ξεκίνησαν τη θεραπεία πριν από την ηλικία των 45 ετών. Ωστόσο, το ίδιο προστατευτικό αποτέλεσμα δεν καταγράφηκε σε άτομα που κάπνιζαν ή είχαν αθηροσκλήρωση, γεγονός που δείχνει ότι η επίδραση των GLP-1 πιθανότατα επηρεάζεται από το συνολικό προφίλ υγείας του κάθε ανθρώπου.
Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι δεν έδειξαν όλα τα φάρμακα της κατηγορίας το ίδιο αποτέλεσμα. Όταν οι ερευνητές εξέτασαν τα GLP-1RAs ξεχωριστά, στατιστικά σημαντική μείωση του κινδύνου παρατηρήθηκε μόνο με τη σεμαγλουτίδη, τη λιραγλουτίδη και τη ντουλαγλουτίδη. Αντίθετα, η τιρζεπατίδη και η εξενατίδη δεν έδειξαν την ίδια στατιστική σημασία στη συγκεκριμένη ανάλυση. Αυτό υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όλα τα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας ως απολύτως ισοδύναμα.
Συμπερασματικά, τα GLP-1RAs ίσως δεν βοηθούν μόνο στην απώλεια βάρους και στον έλεγχο του διαβήτη, αλλά ενδέχεται να παίζουν και ρόλο στην πρόληψη ορισμένων μορφών καρκίνου. Παρόλα αυτά, τα αποτελέσματα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε προοπτικές, τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες. Μέχρι τότε, κανείς δεν θα πρέπει να ξεκινά ένα GLP-1 αποκλειστικά για την πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου, χωρίς σαφή ιατρική ένδειξη. Η καλύτερη άμυνα εξακολουθεί να είναι ο προσυμπτωματικός έλεγχος, η υγιεινή διατροφή, η σωματική δραστηριότητα, η αποφυγή του καπνίσματος και η τακτική επικοινωνία με τον γιατρό.








