Δείκτες γήρανσης από εξετάσεις αίματος δείχνουν ότι ο εμβολιασμός κατά του έρπητα ζωστήρα ενδέχεται να επιβραδύνει, έστω και σε μικρό βαθμό, τις μοριακές διεργασίες γήρανσης σε μεγαλύτερη ηλικία, χωρίς όμως να επηρεάζει άμεσα τη νευροεκφύλιση ή την καρδιαγγειακή λειτουργία.
Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο The Journals of Gerontology, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από ένα εθνικά αντιπροσωπευτικό δείγμα ενηλίκων στις Ηνωμένες Πολιτείες ηλικίας 70 ετών και άνω, προκειμένου να διερευνήσουν αν ο εμβολιασμός για τον έρπητα ζωστήρα συνδέεται με πιο αργή βιολογική γήρανση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα εμβολιασμένα άτομα παρουσίαζαν σαφώς πιο ευνοϊκά προφίλ όσον αφορά τη συστηματική φλεγμονή, την επιγενετική γήρανση και τη μεταγραφωματική γήρανση, σε σύγκριση με όσους δεν είχαν εμβολιαστεί. Αν και τα μεγέθη των επιδράσεων ήταν σχετικά μικρά, ήταν στατιστικά ισχυρά.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρότι ο εμβολιασμός συνδέθηκε με χαμηλότερη συνολική βαθμολογία βιολογικής γήρανσης, γεγονός που υποδηλώνει γενικευμένα οφέλη για τον οργανισμό, δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές συσχετίσεις με συγκεκριμένους αιματολογικούς δείκτες νευροεκφύλισης ή καρδιαγγειακής αιμοδυναμικής. Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν τα μέχρι τώρα στοιχεία ότι τα εμβόλια προσφέρουν οφέλη για την υγεία πέρα από την πρόληψη λοιμώξεων, αναδεικνύοντας τον πιθανό ρόλο του εμβολιασμού για τον έρπητα ζωστήρα ως μιας «γεροπροστατευτικής» παρέμβασης σε μοριακό επίπεδο, χωρίς ωστόσο άμεση επίδραση σε κλινικά καταληκτικά σημεία γήρανσης.
Τα εμβόλια και η βιολογία της γήρανσης
Από την ανακάλυψή τους το 1796, τα εμβόλια αντιμετωπίζονταν κυρίως ως στοχευμένα εργαλεία που εκπαιδεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει έναν συγκεκριμένο παθογόνο παράγοντα, όπως τα εμβόλια για την COVID 19 έναντι του SARS CoV 2 ή το εμβόλιο για τον έρπητα ζωστήρα έναντι του ιού Varicella zoster, ο οποίος ευθύνεται για την ανεμοβλογιά και τον έρπητα ζωστήρα.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι ορισμένα εμβόλια ενδέχεται να έχουν και «εκτός στόχου» επιδράσεις, μειώνοντας μακροπρόθεσμα τον κίνδυνο παθήσεων όπως η άνοια και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Οι παρατηρήσεις αυτές οδήγησαν τους ερευνητές να εξετάσουν την υπόθεση ότι τα εμβόλια μπορεί να επηρεάζουν βασικές βιολογικές διεργασίες της γήρανσης, όπως αυτές αποτυπώνονται σε μοριακούς και κυτταρικούς βιοδείκτες και όχι μόνο σε εμφανή νοσήματα.
Μία από τις διεργασίες αυτές είναι το «inflammaging», δηλαδή η χρόνια, χαμηλού βαθμού φλεγμονή που αυξάνεται φυσιολογικά με την ηλικία και συμβάλλει στην εμφάνιση πολλών παθήσεων που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος. Προηγούμενα δεδομένα δείχνουν ότι ο ιός Varicella zoster παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση στον οργανισμό μετά από λοίμωξη με ανεμοβλογιά στην παιδική ηλικία και μπορεί να επανενεργοποιηθεί αργότερα στη ζωή, ενισχύοντας αυτή τη συστηματική φλεγμονή.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι συγγραφείς της μελέτης υπέθεσαν ότι ο εμβολιασμός για τον έρπητα ζωστήρα, περιορίζοντας την επανενεργοποίηση του ιού, θα μπορούσε να μειώσει το συνολικό φλεγμονώδες φορτίο του οργανισμού και να επιβραδύνει το μοριακό «ρολόι» της γήρανσης που επηρεάζεται από τη φλεγμονή.
Πώς μετρήθηκε η βιολογική γήρανση
Η βιολογική γήρανση αξιολογήθηκε σε 7 διαφορετικούς τομείς: φλεγμονή, έμφυτη ανοσία, επίκτητη ανοσία, καρδιαγγειακή αιμοδυναμική, νευροεκφύλιση, επιγενετική γήρανση και μεταγραφωματική γήρανση. Με εξαίρεση την επίκτητη ανοσία, όλοι οι υπόλοιποι τομείς συνδυάστηκαν σε μία συνολική βαθμολογία βιολογικής γήρανσης.
Τα δείγματα αίματος αναλύθηκαν σε τρεις βασικές κατηγορίες βιοδεικτών.
Τα επιγενετικά «ρολόγια» κατέγραψαν χημικές τροποποιήσεις στο DNA, γνωστές ως μεθυλιώσεις, οι οποίες σχετίζονται με τη θνησιμότητα και τη φυσιολογική έκπτωση.
Η μεταγραφωματική ηλικία (TraMA) αποτύπωσε με υψηλή ακρίβεια τα προφίλ γονιδιακής έκφρασης που σχετίζονται με τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και τις αντιδράσεις του οργανισμού στο στρες.
Οι δείκτες φλεγμονής περιλάμβαναν πρωτεΐνες όπως η C reactive protein (CRP) και η ιντερλευκίνη 6 (IL 6), οι οποίες θεωρούνται καθιερωμένοι δείκτες συστηματικής φλεγμονής.
Για να ληφθούν υπόψη κοινωνικοδημογραφικοί και κλινικοί παράγοντες, όπως το μορφωτικό επίπεδο, το εισόδημα, το κάπνισμα και οι χρόνιες παθήσεις, εφαρμόστηκε η μέθοδος inverse probability of treatment weighting (IPTW).
Τι έδειξαν οι συσχετίσεις
Οι αναλύσεις έδειξαν ότι ο εμβολιασμός για τον έρπητα ζωστήρα συνδέθηκε με «νεότερο» βιολογικό προφίλ σε αρκετούς τομείς. Οι ισχυρότερες συσχετίσεις καταγράφηκαν στους επιγενετικούς δείκτες, με τα εμβολιασμένα άτομα να εμφανίζουν πιο αργή επιγενετική και μεταγραφωματική γήρανση σε σύγκριση με τους μη εμβολιασμένους. Τα ευρήματα αυτά αφορούν διαφορές στον ρυθμό γήρανσης και όχι αντιστροφή της διαδικασίας.
Παράλληλα, ο εμβολιασμός συνδέθηκε με χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονής, ενισχύοντας την υπόθεση ότι το εμβόλιο μπορεί να περιορίζει το χρόνιο φλεγμονώδες φορτίο που σχετίζεται με τη λανθάνουσα ιογενή δραστηριότητα.
Τι δεν βρέθηκε
Παρά προηγούμενες μελέτες που είχαν συνδέσει τον εμβολιασμό για τον έρπητα ζωστήρα με μειωμένο κίνδυνο άνοιας, η παρούσα ανάλυση δεν έδειξε συσχέτιση με αιματολογικούς δείκτες νευροεκφύλισης (όπως η neurofilament light chain, η glial fibrillary acidic protein, η φωσφορυλιωμένη tau ή οι λόγοι αμυλοειδούς β). Αντίστοιχα, δεν καταγράφηκαν συσχετίσεις με δείκτες καρδιαγγειακής αιμοδυναμικής, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι μοριακές αλλαγές δεν αντικατοπτρίζονται απαραίτητα σε καθιερωμένους κλινικούς δείκτες κινδύνου.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Συνολικά, η μελέτη προσφέρει βιολογικές ενδείξεις ότι ο εμβολιασμός για τον έρπητα ζωστήρα συνδέεται με πιο αργές αλλαγές γήρανσης σε μοριακό επίπεδο. Περιορίζοντας πιθανώς την επανενεργοποίηση λανθανόντων ιών, το εμβόλιο φαίνεται να μειώνει τη συστηματική φλεγμονή και να επιβραδύνει την επιγενετική και μεταγραφωματική γήρανση, χωρίς όμως άμεση επίδραση σε δείκτες νευροεκφύλισης ή καρδιαγγειακής υγείας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συμμετέχοντες πιθανότατα είχαν λάβει το Zostavax, ένα παλαιότερο, ζών εξασθενημένο εμβόλιο. Το νεότερο ανασυνδυασμένο εμβόλιο Shingrix θεωρείται πιο ισχυρό ανοσολογικά και ενδέχεται να προσφέρει μεγαλύτερα οφέλη, αν και αυτό παραμένει υπό διερεύνηση.
Τέλος, επειδή τα δεδομένα βασίζονται σε διατομεακές και παρατηρησιακές αναλύσεις, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η επίδραση συγχυτικών παραγόντων και ότι απαιτούνται διαχρονικές και πειραματικές μελέτες για να επιβεβαιωθεί αν αυτές οι μοριακές συσχετίσεις μεταφράζονται σε ουσιαστικά κλινικά οφέλη.








