Τα άτομα που κατανάλωναν πόσιμο νερό προερχόμενο από νεότερα υπόγεια ύδατα είχαν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου του Πάρκινσον από εκείνα των οποίων το πόσιμο νερό προερχόταν από παλαιότερα υπόγεια ύδατα, σύμφωνα με μια προκαταρκτική μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 2 Μαρτίου 2026. Η μελέτη θα παρουσιαστεί στην 78η Ετήσια Συνάντηση της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας που θα πραγματοποιηθεί από τις 18 έως τις 22 Απριλίου 2026 στο Σικάγο, ενώ επίσης θα δημοσιευθεί αναλυτικά και στο διαδίκτυο.
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι τα νεότερα υπόγεια ύδατα μπορούν να προκαλέσουν νόσο του Πάρκινσον. Δείχνει μόνο μια συσχέτιση. Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκε η ηλικία των υπόγειων υδάτων στις ΗΠΑ. Εξετάστηκαν επίσης οι πηγές από τις οποίες αντλούνταν τα υπόγεια ύδατα.
«Ένας τρόπος για να εξετάσουμε το ποσοστό έκθεσή μας στη ρύπανση του περιβάλλοντος είναι μέσω του πόσιμου νερού», δήλωσε η συγγραφέας της μελέτης Brittany Krzyzanowski, PhD, του Ινστιτούτου Ερευνών Atria στη Νέα Υόρκη, η οποία διεξήγαγε αυτήν την έρευνα ενώ βρισκόταν στο Νευρολογικό Ινστιτούτο Barrow στο Φοίνιξ της Αριζόνα. Η Krzyzanowski είναι επίσης μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας.
«Τα νεότερα υπόγεια ύδατα, που δημιουργήθηκαν από τις βροχοπτώσεις που έχουν πέσει τα τελευταία 70 έως 75 χρόνια, έχουν εκτεθεί σε περισσότερους ρύπους. Τα παλαιότερα υπόγεια ύδατα συνήθως περιέχουν λιγότερους ρύπους επειδή είναι γενικά βαθύτερα και καλύτερα προστατευμένα από τους επιφανειακούς ρύπους. Η μελέτη μας διαπίστωσε ότι η ηλικία και η τοποθεσία των υπόγειων υδάτων αποτελούν πιθανό περιβαλλοντικό παράγοντα κινδύνου για τη νόσο του Πάρκινσον», είπε.
Η μελέτη περιελάμβανε 12.370 άτομα με νόσο του Πάρκινσον και περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια άτομα χωρίς τη νόσο. Όλοι οι συμμετέχοντες ζούσαν σε απόσταση τριών μιλίων από 1.279 σημεία δειγματοληψίας υπόγειων υδάτων σε 21 μεγάλους υδροφορείς των ΗΠΑ. Οι ερευνητές εξέτασαν την ηλικία των υπόγειων υδάτων, τον τύπο του υδροφορέα και την πηγή πόσιμου νερού, όπως τα δημοτικά συστήματα υπόγειων υδάτων ή τα πηγάδια, ως πιθανούς δείκτες έκθεσης σε νευροτοξικούς ρύπους.
Μεταξύ των ατόμων με νόσο του Πάρκινσον, 3.463 προμηθεύονταν το πόσιμο νερό τους από ανθρακικούς υδροφορείς, 515 από παγετώδεις υδροφορείς και 8.392 από άλλους υδροφορείς. Μεταξύ εκείνων χωρίς νόσο του Πάρκινσον, 300.264 προμηθεύονταν το πόσιμο νερό τους από ανθρακικούς υδροφορείς, 62.917 από παγετώδεις υδροφορείς και 860.993 από άλλους υδροφορείς.
Οι ανθρακικοί υδροφορείς είναι οι πιο διαδεδομένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελούμενοι κυρίως από ασβεστόλιθο με νερό αποθηκευμένο σε ρωγμές και κανάλια. Συχνά περιέχουν υπόγεια ύδατα που είναι πιο ευάλωτα στη μόλυνση της επιφάνειας λόγω της ταχείας ροής τους μέσα από ρωγμές. Οι παγετώδεις υδροφορείς, που σχηματίστηκαν όταν οι παγετώνες προχώρησαν και υποχώρησαν πριν από περισσότερα από 12.000 χρόνια, αποτελούνται από άμμο και χαλίκι με νερό αποθηκευμένο στα κενά. Αυτοί οι υδροφορείς τείνουν να προάγουν μεγαλύτερη διάχυτη ροή και φυσική διήθηση.
Μετά από τις αναλύσεις διαπιστώθηκε ότι τα άτομα των οποίων το πόσιμο νερό προερχόταν από δημοτικά συστήματα υπόγειων υδάτων ή ιδιωτικά πηγάδια που αντλούν το νερό από ανθρακικούς υδροφορείς είχαν 24% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης νόσου Πάρκινσον σε σύγκριση με τα άτομα των οποίων το νερό προερχόταν από όλους τους άλλους υδροφορείς. Είχαν επίσης 62% υψηλότερο κίνδυνο σε σύγκριση με άτομα των οποίων το νερό προερχόταν από παγετώδεις υδροφορείς.
Η προστατευτική επίδραση των παλαιότερων υπόγειων υδάτων διαπιστώθηκε μόνο όταν το νερό προερχόταν από ανθρακικούς υδροφορείς. Για κάθε αύξηση κατά μία τυπική απόκλιση στην ηλικία των υπόγειων υδάτων, ο κίνδυνος εμφάνισης νόσου Πάρκινσον μειώθηκε κατά περίπου 6,5%. Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα νεότερα υπόγεια ύδατα, από τα τελευταία 75 χρόνια, σε ανθρακικά συστήματα συσχετίστηκαν με 11% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης νόσου Πάρκινσον σε σύγκριση με τα υπόγεια ύδατα ηλικίας άνω των 12.000 ετών από την εποχή των παγετώνων.
«Αυτή η μελέτη υπογραμμίζει ότι η προέλευση του νερού μας θα μπορούσε να διαμορφώσει τη μακροπρόθεσμη νευρολογική υγεία», ξεκαθάρισε η Krzyzanowski. «Αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα, η συγκέντρωση γνώσεων σχετικά με τα υπόγεια ύδατα και την υγεία του εγκεφάλου μπορεί να βοηθήσει τις κοινότητες να αξιολογήσουν και να μειώσουν καλύτερα τους περιβαλλοντικούς κινδύνους», κατέληξε.








