Η ιλαρά συνεχίζει να προκαλεί ανησυχία παρ’ όλο που ο αριθμός των περιστατικών στην Ευρώπη το 2025 ήταν σημαντικά μειωμένος σε σχέση με το 2024, όπως σημειώνει ο ΕΟΔΥ στο ενημερωτικό του δελτίο για τον Φεβρουάριο του 2026. Ο ΕΟΔΥ τονίζει ότι η μεγάλη πλειονότητα των κρουσμάτων αφορά ανεμβολίαστα ή ατελώς εμβολιασμένα άτομα.
Δεδομένου ότι η ιλαρά παρουσιάζει εποχική αύξηση στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) και ο ΕΟΔΥ συστήνει σε όλους τους πολίτες να ελέγξουν εγκαίρως την εμβολιαστική τους κατάσταση και να διασφαλίσουν ότι είναι πλήρως προστατευμένοι.
Ιδιαίτερα ευάλωτα παραμένουν τα βρέφη και τα μικρά παιδιά, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους. Η διατήρηση υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης στον πληθυσμό, με δύο δόσεις του εμβολίου MMR, αποτελεί το βασικό μέτρο για την πρόληψη νέων εξάρσεων και την προστασία των ευάλωτων ομάδων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου το 30% των νοσούντων με ιλαρά εμφανίζει μία ή περισσότερες επιπλοκές κατά τη διάρκεια της λοίμωξης, ενώ τουλάχιστον ένας στους τέσσερις χρειάζεται νοσηλεία.
Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά είναι εξαιρετικά ευάλωτα, με τα παιδιά κάτω των πέντε ετών να αποτελούν περίπου το 40% των περιστατικών για το 2025. Τα βρέφη κάτω του ενός έτους δεν είναι ακόμη σε ηλικία που να μπορούν να εμβολιαστούν και αποτελούν την ομάδα με τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα στην ιλαρά και τις επιπλοκές της. Η ιλαρά, ωστόσο, επηρεάζει όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Σύμφωνα με τα δεδομένα του το Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC) για τον Δεκέμβριο 2025, η κατανομή των περιστατικών ανά ηλικία δείχνει ότι το 4% αφορά βρέφη κάτω του ενός έτους, το 22% παιδιά ηλικίας 1–4 ετών, το 7% παιδιά 5–9 ετών, το 5% παιδιά 10–14 ετών, το 4% εφήβους 15–19 ετών, το 26% ενήλικες 20–29 ετών και το 32% ενήλικες άνω των 30 ετών.
Τα κρούσματα ιλαράς στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, κατά το έτος 2024, δηλώθηκαν 38 κρούσματα ιλαράς και κανένας θάνατος. Στη πλειοψηφία τους (72%) τα δηλωθέντα κρούσματα ιλαράς ήταν επίνοσα άτομα Ελληνικής υπηκοότητας, με συχνότερη την ηλικιακή ομάδα των 45-64 ετών (13/38), ακολουθούμενη από την ηλικιακή ομάδα των 25-44 ετών (11/38), ενώ το 25% των κρουσμάτων ήταν παιδιά και έφηβοι.
Στα δηλωθέντα κρούσματα ιλαράς συμπεριλαμβάνονται 30% εργαζόμενοι σε μονάδες υγείας, ανεμβολίαστοι ή ατελώς εμβολιασμένοι και 19% Ρομά. Το 50% των κρουσμάτων ήταν ενδημικά και τα υπόλοιπα ήταν εισαγόμενα ή επαφές με εισαγόμενο κρούσμα.
Κατά το έτος 2025 δηλώθηκαν τέσσερα κρούσματα ιλαράς και κανένας θάνατος. Τα περιστατικά αφορούσαν άτομα ηλικίας 25 έως 45 ετών. Ένα κρούσμα ήταν εισαγόμενο, ενώ τα υπόλοιπα τρία ήταν άγνωστης προέλευσης και αφορούσαν άτομα ελληνικής υπηκοότητας. Από τα τέσσερα κρούσματα, τα τρία ήταν επίνοσα, καθώς δεν διέθεταν πλήρη εμβολιαστική κάλυψη, ενώ το τέταρτο αφορούσε ανοσοκατεσταλμένο ασθενή με χρόνιο υποκείμενο νόσημα. Επιπλέον, ένα από τα περιστατικά καταγράφηκε σε εργαζόμενο σε μονάδα φροντίδας υγείας, γεγονός που αναδεικνύει εκ νέου την ιδιαίτερη σημασία του εμβολιασμού για τους επαγγελματίες υγείας.
Τα κρούσματα ιλαράς στην Ευρώπη
Σύμφωνα με την πρόσφατη μηνιαία έκθεση του ECDC κατά το έτος 2025 καταγράφηκαν 7.655 περιστατικά ιλαράς σε 30 χώρες της Ευρώπης EU/EAA), συμπεριλαμβανομένων οκτώ θανάτων (τέσσερις στη Γαλλία, τρεις στη Ρουμανία και έναν στις Κάτω Χώρες).
Αν και ο αριθμός των περιστατικών είναι σημαντικά μειωμένος σε σχέση με το έτος 2024, οπότε δηλώθηκαν περισσότερα από 35.000 κρούσματα με 23 θανάτους, παραμένει σχεδόν διπλάσιος από τον αριθμό που καταγράφηκε το έτος 2023.
Όπως και το έτος 2024, η πλειονότητα των νοσούντων - περίπου οκτώ στους δέκα - ήταν ανεμβολίαστοι, αναδεικνύοντας τον κρίσιμο ρόλο του εμβολιασμού των επίνοσων με δύο δόσεις εμβολίου MMR για την πρόληψη νόσησης με ιλαρά, και την υψηλή εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού με ≥95% δύο δόσεων του εμβολίου, για την πρόληψη μετάδοσης του νοσήματος (ανοσία της αγέλης).
Εμβολιασμός
Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, συνιστώνται δύο δόσεις του εμβολίου MMR μετά την ηλικία των 12 μηνών. Η δεύτερη δόση συστήνεται μεταξύ 24 και 35 μηνών, αλλά μπορεί να χορηγηθεί και νωρίτερα, αρκεί να έχουν περάσει τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες από την πρώτη.
Παιδιά και έφηβοι που δεν έχουν λάβει τη δεύτερη δόση θα πρέπει να την αναπληρώσουν το ταχύτερο δυνατόν. Τα άτομα που έχουν γεννηθεί πριν από το 1970 θεωρούνται άνοσα, ενώ όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1970 θα πρέπει να έχουν λάβει δύο δόσεις MMR, εκτός εάν υπάρχει αντένδειξη ή ιστορικό νόσησης.
Σε περιόδους επιδημίας, και ειδικά πριν από ταξίδι σε χώρα όπου ενδημεί η ιλαρά, συστήνεται μία δόση MMR σε βρέφη ηλικίας 6 έως 11 μηνών, με επανεμβολιασμό με δύο δόσεις μετά τον 12ο μήνα, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα. Επειδή μετά τη χορήγηση εμβολίου απαιτούνται μέχρι και δύο εβδομάδες για αποτελεσματική προστασία, συνιστάται να γίνεται έλεγχος της εμβολιαστικής κάλυψης αρκετό χρόνο πριν από κάθε ταξίδι.
Ομάδες πληθυσμού με αυξημένο κίνδυνο, όπως εργαζόμενοι σε υπηρεσίες υγείας, εκπαιδευτικοί, φοιτητές και σπουδαστές, ενήλικες που πρόκειται να ταξιδέψουν στο εξωτερικό και μέλη οικογενειών ατόμων με ανοσοκαταστολή, καλούνται να είναι πλήρως εμβολιασμένοι, εκτός αντενδείξεων.
Ο ρόλος του Εθνικού Εργαστηρίου Αναφοράς Ιλαράς και Ερυθράς
Για την παρακολούθηση της ιλαράς και της ερυθράς ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει δημιουργήσει δίκτυο εργαστηρίων, ένα σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα τo Εργαστήριο Αναφοράς Ιλαράς & Ερυθράς ιδρύθηκε το 2003 στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur με απόφαση του Υπουργείου Υγείας και αποτελεί μέλος του παγκοσμίου δικτύου εθνικών εργαστηρίων.
Σήμερα λειτουργεί υπό την επιστημονική επίβλεψη του Δρ. Ε. Αγγελάκη, Ιατρού Βιοπαθολόγου, Διευθυντή Ερευνών και την τεχνική καθοδήγηση της Δρ. Ε. Χορευτή, Βιολόγου, Ειδική Λειτουργική Επιστήμονα Α’. Σκοπός των εργαστηρίων αυτών είναι η επιβεβαίωση των κρουσμάτων ιλαράς και ερυθράς (επίκτητης και συγγενούς) σε κάθε χώρα. Η απόδοση του εργαστηρίου, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στο Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς και όλα τα τεχνικά και πειραματικά αρχεία αξιολογούνται σε ετήσια βάση από τoν Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.
Σε ό,τι αφορά στην εξάλειψη του ιού της ιλαράς στην Ευρώπη, το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς και τα λοιπά μέλη του Ευρωπαϊκού Δικτύου (LabNet) είναι σε ετοιμότητα προκειμένου να εντοπίζονται τα «hot spots» της κυκλοφορίας του ιού και να προσδιορίζονται οι οδοί μετάδοσής τους από χώρα σε χώρα.
Ο ρόλος του Εθνικού Εργαστηρίου Αναφοράς είναι η επιβεβαίωση των κρουσμάτων ιλαράς και ερυθράς, με μοριακό έλεγχο σε φαρυγγικά επιχρίσματα και με ορολογικό έλεγχο με εξέταση του αίματος του ασθενούς ώστε να επιτευχθεί η ορθή διάγνωση, δεδομένου του ότι και άλλα εξανθηματικά νοσήματα έχουν παρόμοια εικόνα.
Επίσης, το Εργαστήριο πραγματοποιεί την περαιτέρω διερεύνηση και επιβεβαίωση κρουσμάτων από όλα τα δημόσια και ιδιωτικά εργαστήρια της χώρας. Το εργαστήριο χρησιμοποιεί εξειδικευμένες τεχνικές για την ανάλυση του γονιδιώματος και τον γενετικό χαρακτηρισμό των στελεχών των ιών της ιλαράς, με στόχο την επιδημιολογική πορεία τους, ενώ τα στελέχη απομονώνονται σε καλλιέργειες.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα των παραπάνω αποτελούν οι τρεις επιδημίες της ιλαράς που σημειώθηκαν στην Ελλάδα τις περιόδους 2005-2006, 2010-2011 και 2017-2018 με 636, 149 και 3.258 επιβεβαιωμένα κρούσματα αντιστοίχως. Όλα τα εργαστηριακά και επιδημιολογικά δεδομένα του Εθνικού Εργαστηρίου Αναφοράς, καθώς και τα καλλιεργημένα στελέχη των ιών που προκαλούν είτε επιδημίες είτε αφορούν μεμονωμένα κρούσματα, προωθούνται στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.








