Τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ την Τετάρτη και αποτυπώνουν την πρόσβαση των Ελλήνων και των Ελληνίδων στην Υγεία, είναι διαφωτιστικά. Αν δε μπουν σε σύγκριση με άλλους δείκτες -κυρίως οικονομικούς- επιβεβαιώνουν ότι η φροντίδα των πολιτών στη χώρα μας είναι μία συνεχής δοκιμασία.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025, το 21,5% των πολιτών που ζήτησαν ιατρική βοήθεια δεν κατέστη εφικτό να ικανοποιηθεί. Υπάρχει μεν μία αισθητή μείωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια (2022: 24,3%, 2023: 23,6%, 2024: 24,3%), ωστόσο το γεγονός ότι περισσότεροι από 1 στους 5 πολίτες δεν ικανοποιήθηκαν είναι στοιχείο που πρέπει να προβληματίσει.
Μάλιστα, όταν αναζητήθηκε γιατί έχουμε αυτό το αποτέλεσμα, το 70,9% απάντησε ότι είναι οικονομικοί οι λόγοι! Αυτό αποτυπώνεται και όταν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στον φτωχό πληθυσμό και τον μη φτωχό πληθυσμό. Ενώ το 10,5% του μη φτωχού πληθυσμού, στους φτωχούς συμπολίτες μας το ποσοστό διπλασιάζεται στο 20,5%!
Χειρότερη είναι η εικόνα με την οδοντιατρική εξέταση η θεραπεία, καθώς 1 στους 3 (30,5%) χρειάστηκε ιατρική περίθαλψη και δεν την έλαβε! Και σε αυτή την περίπτωση οι οικονομικοί λόγοι κυριαρχούν με 71,6%.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, ο δρόμος προς την Υγεία των πολιτών είναι στρωμένος με... εμπόδια -κυρίως οικονομικά.
Μνημονιακές οι οικονομικές συνθήκες για τους πολίτες
Στην εξίσωση πρέπει να μπει και η οικονομική δύναμη των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Κάποια στοιχεία είναι άκρως ανησυχητικά.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε όρους αγοραστικής δύναμης είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη, μαζί με αυτό της Βουλγαρίας. Σημειώνεται ότι στην περυσινή κατάταξη η Ελλάδα ήταν προτελευταία, ελαφρώς επάνω από τη Βουλγαρία. Ωστόσο, η Βουλγαρία ανέβηκε από το 66 στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, η Ελλάδα έπεσε από το 69% στο 68%.
Επίσης, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 καταγράφηκε αύξηση στο ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα. Το ποσοστό ανήλθε στο 27,5% του συνολικού πληθυσμού, που αντιστοιχεί σε περίπου 2,8 εκατομμύρια άτομα, σημειώνοντας άνοδο κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Με δεδομένο ότι η πρόσβαση στην Υγεία είναι τόσο εξαρτημένη από την οικονομική κατάσταση των πολιτών (η χώρα μας έχει από τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες), είναι εμφανές ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες δημιουργούν μία εφιαλτική συνθήκη που «καταδικάζει» όσους δεν έχουν οικονομική άνεση.








