Πώς φτάνουν δύο ανήλικα κορίτσια στην αυτοκτονία; Αυτό είναι το ερώτημα που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία από την περασμένη Τρίτη, μετά το τραγικό περιστατικό στην Ηλιούπολη.
Η ψυχική υγεία -και δη των ανήλικων- είναι ένα κρίσιμο ζήτημα. Οι αγωνίες, οι προβληματισμοί και τα καταθληπτικά συμπτώματα των εφήβων δεν πρέπει να αφήνουν αδιάφορη την κοινωνία.
Οι επιστήμονες του Κέντρου Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας και του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών της «ΚΛΙΜΑΚΑ» επισημαίνουν ότι η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά δεν αποτελεί μια αιφνίδια αντίδραση, αλλά μια σύνθετη διαδικασία που συχνά παραμένει αόρατη μέχρι την εκδήλωση μιας κρίσης.
Τα στοιχεία για το 2026 καταγράφουν ήδη αύξηση των αυτοκτονιών στις ηλικίες 15 έως 19 ετών, εντείνοντας την ανησυχία για την επάρκεια των μηχανισμών πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης.
- Το 2022, αυτοκτόνησαν 4 παιδιά ηλικίας 12-14 ετών και 7 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
- Το 2023, αυτοκτόνησε 1 παιδί ηλικίας 12-14 ετών και 9 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
- Το 2024, αυτοκτόνησαν 3 παιδιά ηλικίας 12-14 ετών και 7 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
- Το 2025, αυτοκτόνησε 1 παιδί ηλικίας 12-14 ετών και 6 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
- Μέχρι τώρα, το 2026 αυτοκτόνησε 1 παιδί ηλικίας 12-14 ετών και 8 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών.
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί από την «ΚΛΙΜΑΚΑ», η αυτοκτονικότητα δεν αποτελεί ένα αιφνίδιο ή μονοπαραγοντικό γεγονός, αλλά μια πολυπαραγοντική και δυναμική διαδικασία με σημαντικές γενετικές συνιστώσες.
Ιδιαίτερα στην εφηβεία, η ψυχική δυσφορία συχνά δεν εκφράζεται με τρόπο άμεσα αναγνωρίσιμο από το περιβάλλον, ενώ η αίσθηση αδιεξόδου, η συναισθηματική απορρύθμιση, η απομόνωση και η δυσκολία διαχείρισης επώδυνων εμπειριών μπορεί να παραμένουν αόρατες μέχρι την εκδήλωση μιας κρίσιμης κατάστασης που θα κινητοποιήσει την ευαλωτότητά τους.
Μάλιστα, στη τη συγκεκριμένη περίπτωση «δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη, ούτε να προχωρούμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς ολοκληρωμένη επιστημονική διερεύνηση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύουν την ανάγκη έγκαιρης επαγγελματικής υποστήριξης παιδιών και εφήβων που βιώνουν σοβαρή ψυχική δυσφορία» σημειώνεται.
Το περιστατικό επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι είναι αυτό που δυσκολεύει τόσο τους εφήβους να εκφράσουν την ψυχική τους δυσφορία και να αναζητήσουν βοήθεια εγκαίρως;
Η «ΚΛΙΜΑΚΑ» απαντά: «Η σύγχρονη επιστημονική γνώση δείχνει ότι η ψυχική ευαλωτότητα δεν διαμορφώνεται αποκομμένα από το περιβάλλον. Αντιθέτως, η ποιότητα των σχέσεων, η αίσθηση ασφάλειας, η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η ύπαρξη υποστηρικτικών πλαισίων μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά απέναντι στην επιβάρυνση και την εκδήλωση αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, ιδιαίτερα στην εφηβική ηλικία. Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόληψη δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά και τη δημιουργία «ασφαλών» οικογενειακών, σχολικών και κοινωνικών περιβαλλόντων που επιτρέπουν στο άτομο να εκφράσει εγκαίρως τον ψυχικό του πόνο».
Καταλήγει ότι «η πρόληψη της αυτοκτονίας στην παιδική και εφηβική ηλικία δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκ των υστέρων διαχείριση τραγικών γεγονότων. Απαιτεί τη συστηματική ενίσχυση των δομών ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους, την εκπαίδευση οικογενειών και σχολικών κοινοτήτων στην έγκαιρη αναγνώριση της ψυχικής επιβάρυνσης, την αποστιγματοποίηση της αναζήτησης βοήθειας και την ανάπτυξη μηχανισμών έγκαιρης παρέμβασης πριν από την εκδήλωση κρίσιμων καταστάσεων».
Κανένα παιδί δεν πρέπει να αισθάνεται μόνο του
Σημειώνεται ότι αργά το βράδυ της Τετάρτης παρέμβαση για το θέμα έκανε και η υπουργός Παιδείας.
Όπως δήλωσε: «Συνειδητά διάλεξα να σιωπήσω τις πρωτες ώρες αλλά είδα δυστυχώς με οργή και απογοήτευση μια τραγωδία με θυματα παιδιά να γίνεται θέαμα χωρίς συναίσθηση ευθύνης.
Στεκόμαστε με βαθιά θλίψη απέναντι σε ένα γεγονός που μας συγκλονίζει ως γονείς, ως εκπαιδευτικούς, ως κοινωνία.
Πριν από οτιδήποτε άλλο, οφείλουμε να σταθούμε με απόλυτο σεβασμό απέναντι στα ίδια τα παιδιά, στις οικογένειές τους, στους φίλους τους και στους ανθρώπους που βιώνουν αυτόν τον πόνο. Δεν είναι στιγμή για βιαστικά συμπεράσματα ή εύκολες αναλύσεις.
Είναι όμως μια ακόμη υπενθύμιση ότι πολλά παιδιά γύρω μας δίνουν καθημερινά σιωπηλές μάχες, που οι μεγάλοι δεν βλέπουμε πάντα εγκαίρως.
Γι’ αυτό χρειάζεται να είμαστε περισσότερο παρόντες. Να ακούμε ουσιαστικά. Να παρατηρούμε περισσότερο. Να δημιουργούμε σχέσεις εμπιστοσύνης και ασφάλειας, ώστε κάθε παιδί να αισθάνεται ότι έχει χώρο να μιλήσει και ανθρώπους να το στηρίξουν.
Ως Υπουργείο Παιδείας, έχουμε χρέος να βλέπουμε τα παιδιά όχι μόνο ως μαθητές, αλλά πρωτίστως ως νέους ανθρώπους με ανάγκες, αγωνίες, συναισθήματα και ευαισθησίες. Χρέος μας είναι να ενισχύουμε καθημερινά ένα σχολικό περιβάλλον που καλλιεργεί τον σεβασμό, την αποδοχή και την ουσιαστική στήριξη των παιδιών.
Παράλληλα, οφείλουμε να ενισχύουμε σταθερά τις δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, την παρουσία ειδικών στα σχολεία και τις πρωτοβουλίες ενημέρωσης και πρόληψης, ώστε κανένα παιδί να μη νιώθει αόρατο ή μόνο. Αυτή είναι μια ευθύνη που δεν ανήκει μόνο στο σχολείο ή στην οικογένεια.
Είναι ευθύνη όλων μας. Της Πολιτείας, της εκπαιδευτικής κοινότητας, των μέσων ενημέρωσης, της κοινωνίας συνολικά.
Έχουμε όλοι χρέος – Πολιτεία, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κοινωνία – να δείξουμε αυτοσυγκράτηση και υπευθυνότητα.
Να σεβαστούμε τα δύο παιδιά και τον πόνο των οικογενειών τους, αλλά και τον αγώνα που δίνουν αυτή την περίοδο χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες.
Ας είμαστε πιο προσεκτικοί με τις λέξεις μας. Πιο διαθέσιμοι να ακούσουμε. Πιο κοντά στα παιδιά μας. Κανένα παιδί δεν πρέπει να αισθάνεται μόνο του».







