Η μαύρη σοκολάτα θεωρείται συχνά πιο υγιεινή επιλογή από τη σοκολάτα γάλακτος, κυρίως επειδή περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα κακάο. Το κακάο αποτελεί φυσική πηγή φλαβανολών, δηλαδή φυτικών ενώσεων που απαντώνται σε πολλά φυτά και έχουν συνδεθεί με πιθανά οφέλη για την υγεία.
Οι φλαβανόλες είναι αυτές που δίνουν στη μαύρη σοκολάτα τη χαρακτηριστική, ελαφρώς πικρή γεύση της, αλλά και αυτές που συνδέονται με ορισμένα πιθανά οφέλη, όπως η συμβολή στη μείωση της αρτηριακής πίεσης και η βελτίωση της ευκαμψίας των αιμοφόρων αγγείων.
Μαύρη σοκολάτα, σοκολάτα γάλακτος και λευκή σοκολάτα. Ποια είναι η διαφορά;
Η σοκολάτα παράγεται από τους σπόρους του καρπού του κακαόδεντρου. Οι σπόροι αυτοί ζυμώνονται, αποξηραίνονται και καβουρδίζονται και στη συνέχεια μετατρέπονται σε μικρά τραγανά κομμάτια, τα οποία αλέθονται για να δημιουργηθεί μια παχύρρευστη μάζα γνωστή.
Αυτή η αρχική μάζα διαχωρίζεται σε δύο βασικά συστατικά. Από τη μία πλευρά υπάρχουν τα στερεά κακάο, που αποτελούν το μη λιπαρό μέρος, και από την άλλη το βούτυρο κακάο, που είναι το λιπαρό μέρος.
Οι διαφορετικές αναλογίες αυτών των δύο συστατικών είναι ο λόγος που η μαύρη, η σοκολάτα γάλακτος και η λευκή σοκολάτα διαφέρουν τόσο πολύ σε γεύση και υφή.
- Η μαύρη σοκολάτα περιέχει στερεά κακάο σε ποσοστό από 35 έως 90%, μαζί με βούτυρο κακάο και ζάχαρη.
- Η σοκολάτα γάλακτος περιέχει συνήθως λιγότερο από 35% στερεά κακάο, καθώς και βούτυρο κακάο, ζάχαρη και σκόνη γάλακτος, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις έχει και υψηλότερη περιεκτικότητα σε ζάχαρη σε σχέση με τη μαύρη σοκολάτα.
- Η λευκή σοκολάτα, παρότι ονομάζεται έτσι, δεν θεωρείται τεχνικά «πραγματική» σοκολάτα, καθώς δεν περιέχει καθόλου στερεά κακάο, αλλά μόνο βούτυρο κακάο, ζάχαρη και σκόνη γάλακτος.
Πόση σοκολάτα να καταναλώνετε εβδομαδιαία
Μια ανασκόπηση παρατηρητικών μελετών έδειξε ότι η κατανάλωση σοκολάτας συνδέθηκε με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η κατανάλωση περίπου 45 γρ. σοκολάτας την εβδομάδα φάνηκε να σχετίζεται με τη μεγαλύτερη μείωση του κινδύνου, ενώ η κατανάλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων συνδέθηκε με αρνητικές επιπτώσεις, κυρίως λόγω της αυξημένης πρόσληψης ζάχαρης.
Ωστόσο, στη συγκεκριμένη ανάλυση δεν καταγράφηκαν ούτε ο τύπος της σοκολάτας ούτε η ποσότητα φλαβανολών, επομένως δεν μπορεί να αποδειχθεί άμεσα ότι οι φλαβανόλες της μαύρης σοκολάτας ήταν ο παράγοντας που μείωσε τον κίνδυνο.
Σε ανασκόπηση κλινικών δοκιμών σε ανθρώπους το 2025, τρόφιμα που περιέχουν φλαβανόλες, όπως το κακάο, το τσάι και ορισμένα φρούτα, φάνηκε να συνδέονται με πιθανή μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων.
Αν και τα αποτελέσματα αυτά είναι ενθαρρυντικά, η σοκολάτα του εμπορίου περιέχει συνήθως πολύ λιγότερες φλαβανόλες σε σχέση με τα προϊόντα κακάο που χρησιμοποιούνται στις επιστημονικές μελέτες, ενώ μεγάλο μέρος των φλαβανολών χάνεται και κατά τη διαδικασία επεξεργασίας.
Η περιεκτικότητα σε φλαβανόλες διαφέρει σημαντικά από προϊόν σε προϊόν. Σύμφωνα με βάσεις δεδομένων θρεπτικών συστατικών, 20 γρ. μαύρης σοκολάτας περιέχουν περίπου 22 έως 73 mg φλαβανολών, ενώ η ίδια ποσότητα σοκολάτας γάλακτος περιέχει περίπου 3 έως 7 mg.
Δεν υπάρχει επίσημη σύσταση για την ποσότητα φλαβανολών που απαιτείται για να υπάρξουν οφέλη για την υγεία. Ωστόσο, η Αμερικανική Ακαδημία Διατροφής και Διαιτολογίας εκτιμά ότι η πρόσληψη 400 έως 600 mg φλαβανολών την ημέρα από όλες τις διατροφικές πηγές, όπως κακάο, μαύρο και πράσινο τσάι, σταφύλια και μούρα, μπορεί να υποστηρίζει την καρδιακή υγεία.







