Οι λόγοι για τους οποίους κάποιος επιλέγει να χρησιμοποιήσει κάνναβη μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης παρανοϊκών συμπτωμάτων, σύμφωνα με νέα μελέτη από το Institute of Psychiatry, Psychology & Neuroscience του King’s College London, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Bath.
Η χρήση και η ισχύς της κάνναβης αυξάνονται παγκοσμίως, ενώ η εξάρτηση και οι ψυχωτικές διαταραχές που προκαλούνται από αυτήν αυξάνονται επίσης σημαντικά, ιδιαίτερα στη Βόρεια Αμερική. Δύο νέες επιστημονικές δημοσιεύσεις, που βασίζονται σε δεδομένα της έρευνας Cannabis & Me (της μεγαλύτερης στο είδος της μέχρι σήμερα) εντόπισαν βασικούς παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τις πιο σοβαρές μορφές παρανοϊκών συμπτωμάτων σε χρήστες κάνναβης.
Η πρώτη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στις 26 Αυγούστου 2025 στο BMJ Mental Health, εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν κάνναβη και το πώς αυτό επηρέασε τη μετέπειτα χρήση της.
Συνολικά 3.389 πρώην και νυν χρήστες κάνναβης, ηλικίας 18 ετών και άνω, απάντησαν σε έρευνα που κατέγραψε τους λόγους για τους οποίους ξεκίνησαν και συνέχισαν να χρησιμοποιούν κάνναβη, την εβδομαδιαία κατανάλωσή τους σε μονάδες THC, καθώς και την ψυχική τους υγεία.
Ποιοι χρήστες είναι πιο ευάλωτοι στη χρήση της κάνναβης
Οι ερευνητές κατέληξαν σε ορισμένα βασικά συμπεράσματα. Οι συμμετέχοντες που ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν κάνναβη για να αυτοθεραπεύσουν μια πάθηση (όπως σωματικό πόνο, άγχος, κατάθλιψη ή επειδή εμφάνιζαν ήπια ψυχωτικά συμπτώματα) παρουσίασαν υψηλότερες βαθμολογίες παρανοϊκών συμπτωμάτων.
Αντίθετα, όσοι δοκίμασαν κάνναβη για διασκέδαση, περιέργεια ή παρέα με φίλους, ανέφεραν τα χαμηλότερα επίπεδα παρανοϊκών συμπτωμάτων και άγχους.
Ο Dr Edoardo Spinazzola, πρώτος συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε: «Η έρευνά μας παρέχει σημαντικά στοιχεία που δείχνουν ότι ο λόγος για τον οποίο κάποιος ξεκινά να χρησιμοποιεί κάνναβη μπορεί να επηρεάσει δραματικά τη μακροπρόθεσμη υγεία του. Η μελέτη αυτή υποδηλώνει ότι η χρήση κάνναβης ως μέσο αυτοθεραπείας για σωματικά ή ψυχικά προβλήματα μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στα επίπεδα παρανοϊκών συμπτωμάτων, άγχους και κατάθλιψης. Οι περισσότερες από αυτές τις υποομάδες είχαν μέσες βαθμολογίες σε κατάθλιψη και άγχος πάνω από το όριο που συστήνει παραπομπή σε συμβουλευτική υποστήριξη».
Οι συμμετέχοντες παρείχαν επίσης στοιχεία σχετικά με τη συχνότητα και την ισχύ της κάνναβης που χρησιμοποιούσαν, ώστε οι ερευνητές να καταγράψουν τη μέση εβδομαδιαία κατανάλωση Τετραϋδροκανναβινόλης (THC) – της κύριας ψυχοδραστικής ουσίας της κάνναβης.
Διαπιστώθηκε ότι ο μέσος συμμετέχων κατανάλωνε 206 μονάδες THC την εβδομάδα. Αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 10-17 «τσιγάρα κάνναβης» την εβδομάδα, εφόσον η περιεκτικότητα σε THC ήταν περίπου 20%, όπως συνηθίζεται στους πιο διαδεδομένους τύπους κάνναβης στο Λονδίνο.
Ωστόσο, όσοι ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν κάνναβη για να αντιμετωπίσουν το άγχος ή την κατάθλιψή τους, ή επειδή υπήρχαν ήδη άλλα μέλη στο νοικοκυριό τους που έκαναν χρήση, ανέφεραν κατά μέσο όρο 248, 254,7 και 286,9 μονάδες THC την εβδομάδα, αντίστοιχα.
Ο Καθηγητής Tom Freeman, Διευθυντής της Ομάδας Εξάρτησης και Ψυχικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Bath και εκ των συγγραφέων της μελέτης, τόνισε: «Ένα βασικό εύρημα της μελέτης μας είναι ότι όσοι ξεκίνησαν να χρησιμοποιούν κάνναβη για να αντιμετωπίσουν το άγχος ή την κατάθλιψή τους ή λόγω χρήσης από μέλη της οικογένειάς τους, εμφάνισαν υψηλότερα συνολικά επίπεδα κατανάλωσης κάνναβης.
«Στο μέλλον, οι τυποποιημένες μονάδες THC θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με παρόμοιο τρόπο όπως οι μονάδες αλκοόλ - για παράδειγμα, ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να παρακολουθούν την κατανάλωσή τους και να διαχειρίζονται καλύτερα τις επιπτώσεις στην υγεία τους».
Παιδικό τραύμα και χρήση κάνναβης
Σε δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Psychological Medicine, οι ερευνητές διερεύνησαν τη σχέση ανάμεσα στο παιδικό τραύμα, την εμφάνιση παρανοϊκών συμπτωμάτων και τη χρήση κάνναβης.
Χρησιμοποιώντας τα ίδια δεδομένα της έρευνας Cannabis & Me, διαπιστώθηκε ότι περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες (52%) είχαν βιώσει κάποια μορφή τραύματος.
Η ανάλυση έδειξε ότι όσοι είχαν εκτεθεί σε παιδικό τραύμα παρουσίασαν υψηλότερα μέσα επίπεδα παρανοϊκών συμπτωμάτων συγκριτικά με όσους δεν είχαν τέτοιες εμπειρίες, με τη σωματική και τη συναισθηματική κακοποίηση να αποτελούν τους ισχυρότερους παράγοντες.
Επιπλέον, εξετάστηκε η σχέση ανάμεσα στο παιδικό τραύμα και την εβδομαδιαία κατανάλωση THC. Όσοι ανέφεραν σεξουαλική κακοποίηση είχαν αισθητά υψηλότερη εβδομαδιαία πρόσληψη THC, ακολουθούμενοι στενά από όσους είχαν αναφέρει συναισθηματική ή σωματική κακοποίηση.
Τέλος, οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι η ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στο παιδικό τραύμα και τα παρανοϊκά συμπτώματα ενισχύεται περαιτέρω από τη χρήση κάνναβης, αλλά επηρεάζεται από τον τύπο του τραύματος. Όσοι ανέφεραν συναισθηματική κακοποίηση ή ενδοοικογενειακή διχόνοια εμφάνισαν σαφή σύνδεση με αυξημένη κατανάλωση THC και υψηλότερες βαθμολογίες παρανοϊκών συμπτωμάτων. Αντίθετα, όσοι ανέφεραν εκφοβισμό, σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, σωματική ή συναισθηματική παραμέληση, δεν εμφάνισαν τα ίδια αποτελέσματα.
Η Dr Giulia Trotta, ψυχίατρος και ερευνήτρια στο IoPPN του King’s και πρώτη συγγραφέας της μελέτης, υπογράμμισε: «Η μελέτη αυτή είναι η πρώτη που εξετάζει τη σύνδεση ανάμεσα στο παιδικό τραύμα, την παρανοϊκή συμπτωματολογία και τη χρήση κάνναβης στον γενικό πληθυσμό χρηστών. Δεν διαπιστώσαμε μόνο μια σαφή σχέση μεταξύ τραύματος και μελλοντικής παρανοϊκής συμπτωματολογίας, αλλά και το ότι η χρήση κάνναβης μπορεί να επιδεινώσει περαιτέρω αυτήν τη σχέση, ανάλογα με το είδος του τραύματος. Τα ευρήματά μας έχουν σαφείς επιπτώσεις στην κλινική πρακτική, καθώς αναδεικνύουν τη σημασία του έγκαιρου ελέγχου για έκθεση σε τραύμα σε άτομα που εμφανίζουν παρανοϊκά συμπτώματα».
Η Καθηγήτρια Marta Di Forti, Καθηγήτρια Χρήσης Ουσιών, Γενετικής και Ψύχωσης στο IoPPN του King’s, Κλινική Υπεύθυνη στην Cannabis Clinic for Patients with Psychosis του South London and Maudsley NHS Foundation Trust, και ανώτερη συγγραφέας και των δύο μελετών, σημείωσε: «Υπάρχει εκτενής εθνική και διεθνής συζήτηση σχετικά με τη νομιμότητα και την ασφάλεια της χρήσης κάνναβης.
Η εμπειρία μου στην κλινική δείχνει ότι υπάρχουν ομάδες ανθρώπων που ξεκινούν να χρησιμοποιούν κάνναβη ως μέσο διαχείρισης σωματικού και ψυχικού πόνου. Η έρευνά μου έχει επιβεβαιώσει ότι αυτό δεν είναι χωρίς σημαντικούς κινδύνους για την υγεία και την ευημερία τους. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διεθνώς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η νομιμοποίηση της κάνναβης χωρίς επαρκή ενημέρωση του κοινού και χωρίς υποστήριξη υγείας, τόσο για τα άτομα όσο και για τα συστήματα υγείας συνολικά».