Η μεγαλύτερη ανασκόπηση που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ για τα οπιοειδή παυσίπονα έδειξε ότι αυτά τα συγκεκριμένα φάρμακα προσφέρουν σε πολλές περιπτώσεις μόνο περιορισμένη και βραχυπρόθεσμη ανακούφιση από τον οξύ πόνο, ενώ ορισμένες φορές δεν έχουν κανένα ουσιαστικό όφελος.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϋ ηγήθηκαν της μελέτης, η οποία εξέτασε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια οπιοειδών φαρμάκων, όπως η κωδεΐνη, η μορφίνη, η οξυκωδόνη και η τραμαδόλη. Η ανάλυση συγκέντρωσε στοιχεία από 59 συστηματικές ανασκοπήσεις, που κάλυπταν περισσότερες από 50 καταστάσεις οξέος πόνου σε παιδιά και ενήλικες.
Η ανασκόπηση, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Drugs, αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση μέχρι σήμερα για το πότε βοηθούν τα οπιοειδή, πότε δεν βοηθούν και σε ποιες περιπτώσεις τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένουν περιορισμένα.
«Τα οπιοειδή είναι από τις πιο συχνά συνταγογραφούμενες θεραπείες για τον οξύ πόνο. Ωστόσο, η ανασκόπησή μας έδειξε ότι, στη συντριπτική πλειονότητα των καταστάσεων οξέος πόνου, δεν παρείχαν μεγάλη ή μακροχρόνια ανακούφιση σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, με την ανακούφιση από τον πόνο να διαρκεί συνήθως μόνο λίγες ώρες», ανέφερε η Christina Abdel Shaheed, αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
«Συνολικά, τα από του στόματος οπιοειδή ήταν μόνο ελαφρώς καλύτερα από το εικονικό φάρμακο για τον οξύ μυοσκελετικό πόνο, για τον οποίο συχνά συνταγογραφούνται, στις 6 έως 48 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας. Τα οπιοειδή αύξησαν επίσης τον κίνδυνο παρενεργειών όταν χρησιμοποιήθηκαν για οξύ μυοσκελετικό πόνο, για ορισμένους τύπους μετεγχειρητικού πόνου ή για τραυματικό πόνο στα άκρα.
«Δείχνοντας ότι τα οφέλη είναι γενικά μικρά, πρόσκαιρα, ανύπαρκτα για πολλές συχνές καταστάσεις και μερικές φορές επιβλαβή, η έρευνά μας αμφισβητεί την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι τα οπιοειδή είναι η πιο αποτελεσματική επιλογή πρώτης γραμμής για τον οξύ πόνο».
Πού βοηθούν τα οπιοειδή και πού όχι
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα οπιοειδή μπορούν να προσφέρουν μέτρια, βραχυπρόθεσμη ανακούφιση από τον πόνο σε ορισμένες οξείες καταστάσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται ο πόνος στο στομάχι, ο πόνος μετά από οδοντιατρική επέμβαση, οι επεμβάσεις στο αυτί, οι τραυματικές κακώσεις των άκρων, ο τοκετός, η καισαρική τομή και η χειρουργική αφαίρεση βλαισού μεγάλου δακτύλου, δηλαδή του λεγόμενου «κότσι».
Ωστόσο, τα φάρμακα δεν έδειξαν πλεονέκτημα έναντι του εικονικού φαρμάκου σε αρκετές άλλες περιπτώσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται ορισμένοι τύποι χειρουργικών επεμβάσεων στα άκρα, ο πόνος από πέτρες στα νεφρά, ο πόνος μετά την αφαίρεση των αμυγδαλών και ο πόνος σε νεογνά που χρησιμοποιούν συσκευές υποβοηθούμενης αναπνοής.
Η ανασκόπηση διαπίστωσε επίσης ότι τα οφέλη δεν ήταν σταθερά σε βάθος χρόνου για τον πόνο που σχετίζεται με την καρδιά, τον πόνο μετά από υστερεκτομή, δηλαδή αφαίρεση της μήτρας, και τις τοπικές θεραπείες με οπιοειδή, όπως τα επιθέματα, που χρησιμοποιούνται για δερματολογικό πόνο.
Παρενέργειες και ζητήματα ασφάλειας
Πέρα από την περιορισμένη αποτελεσματικότητά τους, τα οπιοειδή συνδέθηκαν με υψηλότερο κίνδυνο παρενεργειών σε αρκετές περιπτώσεις, όπως ο οξύς μυοσκελετικός πόνος, οι τραυματικές κακώσεις των άκρων και ορισμένες μορφές μετεγχειρητικού πόνου. Στις συχνές παρενέργειες περιλαμβάνονταν η ναυτία και ο έμετος.
Οι ερευνητές σημείωσαν ότι, αν και η πολύ βραχυπρόθεσμη χρήση οπιοειδών μπορεί να μειώσει τον πόνο σε ορισμένες οξείες καταστάσεις, η τακτική χρήση συνοδεύεται από σημαντικούς κινδύνους. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η ανοχή, η εξάρτηση, η κατάχρηση, η υπερδοσολογία, η νοσηλεία και ο θάνατος.
Η μελέτη ανέδειξε επίσης προβληματισμούς για την ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων ασφάλειας. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, πολλές κλινικές δοκιμές δεν κατέγραφαν επαρκώς τις παρενέργειες, κάτι που δείχνει ότι οι πραγματικοί κίνδυνοι από τη χρήση οπιοειδών μπορεί να είναι μεγαλύτεροι από αυτούς που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα.
Συνολικά, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν υποστηρίζουν τη συστηματική χρήση οπιοειδών για τον οξύ πόνο. Οι ερευνητές επισήμαναν επίσης ότι ορισμένες μελέτες αξιολόγησαν μόνο εφάπαξ δόσεις, κάτι που μπορεί να μην αποτυπώνει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται αυτά τα φάρμακα στην καθημερινή ιατρική πράξη.
Ο κίνδυνος εξάρτησης μπορεί να εμφανιστεί γρήγορα
«Η επίμονη χρήση οπιοειδών φαρμάκων μπορεί να αναπτυχθεί γρήγορα μετά την πρώτη χρήση, μερικές φορές μέσα σε λίγες ημέρες, και μπορεί να προκύψει από την τακτική χρήση τους για οξύ πόνο», ανέφερε η Stephanie Mathieson, εκ των πρώτων συγγραφέων της μελέτης, από το Ινστιτούτο Μυοσκελετικής Υγείας και τη Σχολή Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ.
«Είναι σημαντικό οι ασθενείς να ενημερώνονται για τις πιθανές βλάβες των οπιοειδών όταν τους συνταγογραφούνται και οι γιατροί να τα συνταγογραφούν με φειδώ, στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα, όταν πρόκειται για οξύ πόνο», ανέφερε.
Ο Joshua Zadro, αναπληρωτής καθηγητής στο Ινστιτούτο Μυοσκελετικής Υγείας και στη Σχολή Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου και επίσης εκ των πρώτων συγγραφέων της μελέτης, ανέφερε ότι τα ευρήματα έχουν ευρύτερη σημασία.
«Τα ευρήματα αυτά είναι σημαντικά για τους ασθενείς όλων των ηλικιακών ομάδων που αντιμετωπίζουν οξύ πόνο, για τους γιατρούς που θεραπεύουν αυτές τις καταστάσεις και για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής που ρυθμίζουν την ασφαλή χρήση αυτών των φαρμάκων στην κοινότητα».








