Μια νέα έρευνα του Mass General Brigham δείχνει ότι η πιο «επιθετική» αντιμετώπιση της αυξημένης πίεσης, με στόχο η συστολική πίεση να πέφτει κάτω από τα 120 mm Hg, μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων.
Παρότι η πιο χαμηλή πίεση συνοδεύεται από περισσότερες παρενέργειες και υψηλότερο κόστος (λόγω περισσότερων φαρμάκων και ιατρικών επισκέψεων), οι ερευνητές βρήκαν ότι συνολικά η προσέγγιση αυτή είναι πιο αποτελεσματική και σε επίπεδο κόστους-οφέλους.
Η μελέτη χρησιμοποίησε δεδομένα από τη δοκιμή SPRINT (Systolic Blood Pressure Intervention Trial), την Εθνική Έρευνα Υγείας και Διατροφής των ΗΠΑ (NHANES) και άλλη δημοσιευμένη βιβλιογραφία, ώστε να προσομοιώσει την εξέλιξη της υγείας σε βάθος ζωής, συμπεριλαμβανομένων εμφραγμάτων, εγκεφαλικών και καρδιακής ανεπάρκειας, για ασθενείς των οποίων οι στόχοι συστολικής πίεσης είχαν τεθεί σε <120 mm Hg, <130 mm Hg και <140 mm Hg.
Αναγνωρίζοντας ότι τα φάρμακα για την αρτηριακή πίεση έχουν παρενέργειες, οι ερευνητές προσομοίωσαν και συνέκριναν και τον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω της θεραπείας. Το μοντέλο προσομοίωσης έλαβε επίσης υπόψη τα συνηθισμένα λάθη στις μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης, όπως παρατηρούνται στην καθημερινή κλινική πράξη.
Η μελέτη χρησιμοποίησε στοιχεία από μεγάλες βάσεις δεδομένων και κλινικές δοκιμές για να προσομοιώσει τη ζωή ασθενών με διαφορετικούς στόχους πίεσης:
- κάτω από 120 mm Hg
- κάτω από 130 mm Hg
- κάτω από 140 mm Hg
Ακόμη κι όταν λήφθηκαν υπόψη τα συνηθισμένα λάθη στη μέτρηση της πίεσης, το όριο των <120 mm Hg φάνηκε να προλαμβάνει περισσότερα εμφράγματα, εγκεφαλικά και καρδιακή ανεπάρκεια, σε σχέση με τα πιο χαλαρά όρια.
Ωστόσο, η πιο χαμηλή πίεση αύξησε τον κίνδυνο παρενεργειών, όπως:
- ζαλάδες και πτώσεις
- βλάβες στα νεφρά
- υπόταση
- βραδυκαρδία
Παρά αυτά τα μειονεκτήματα, το κόστος ανά «ποιοτικό έτος ζωής» που κερδίζεται βρέθηκε γύρω στα 42.000 δολάρια, κάτι που θεωρείται αποδεκτό.
Η επικεφαλής ερευνήτρια, Karen Smith, τόνισε ότι τα αποτελέσματα δείχνουν πως οι ασθενείς με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο και οι γιατροί τους, μπορούν να έχουν μεγαλύτερη σιγουριά στο να στοχεύουν σε πιο χαμηλή πίεση. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι αυτή η στρατηγική δεν είναι κατάλληλη για όλους, καθώς οι παρενέργειες μπορεί να είναι σοβαρές. Γι’ αυτό η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τον γιατρό, ανάλογα με τις ανάγκες και τις προτιμήσεις του κάθε ασθενούς.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Annals of Internal Medicine και χρηματοδοτήθηκε από το National Science Foundation (NSF) και το National Institute of Neurological Disorders and Stroke (NINDS).