Οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν η πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως, αλλά στην Ελλάδα, η πιθανότητα να επιβιώσει κανείς από ένα καρδιακό επεισόδιο φαίνεται πως εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ταχυδρομικό του κώδικα.
Μια πρόσφατη, αποκαλυπτική γεωεπιδημιολογική μελέτη με τίτλο «Geographic inequalities in cardiologist distribution and cardiovascular disease mortality in the Greek National Health System, που συνυπογράφουν διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες (Δ. Παναγιωτάκος, Α. Φάκα, Χ. Χαλκιάς, Χ. Χρυσοχόου), φέρνει στο φως τις δραματικές ανισότητες που επικρατούν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας όσον αφορά την κατανομή των καρδιολόγων και τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα.
Η περιφέρεια στο έλεος των ελλείψεων
Η έρευνα, η οποία επεξεργάστηκε τα πιο πρόσφατα εθνικά δεδομένα (συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ), χαρτογράφησε την Ελλάδα με βάση δύο άξονες: τον αριθμό των μόνιμων καρδιολόγων στα δημόσια νοσοκομεία ανά νομό και τα ποσοστά θνησιμότητας από καρδιαγγειακές παθήσεις.
Τα συμπεράσματα είναι ανησυχητικά. Ενώ στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη) και σε συγκεκριμένους περιφερειακούς κόμβους καταγράφεται υψηλή συγκέντρωση γιατρών και χαμηλότερη θνησιμότητα, η εικόνα ανατρέπεται πλήρως μόλις απομακρυνθούμε από τις πόλεις.
Σε αρκετούς νομούς της Βόρειας Ελλάδας, της κεντρικής ηπειρωτικής χώρας αλλά και στα νησιά, παρατηρείται το εξής παράδοξο: οι περιοχές αυτές εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα, αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν τους λιγότερους καρδιολόγους στο ΕΣΥ.
Η «παγίδα» της νησιωτικότητας και των κοινωνικοοικονομικών παραγόντων
Η μελέτη αναδεικνύει τη νησιωτικότητα ως έναν από τους πιο επιβαρυντικούς παράγοντες. Τα ελληνικά νησιά, παρά τις αυξημένες ανάγκες τους (ιδιαίτερα κατά τους τουριστικούς μήνες, όπου ο πληθυσμός πολλαπλασιάζεται), υποφέρουν από χρόνια υποστελέχωση. Η έλλειψη μόνιμων καρδιολόγων αναγκάζει τους κατοίκους είτε να μετακινούνται με δικά τους έξοδα στην Αθήνα ή σε άλλα αστικά κέντρα για προληπτικές εξετάσεις, είτε να βασίζονται σε αεροδιακομιδές σε επείγουσες καταστάσεις, όπου κάθε λεπτό μετράει για τη ζωή τους.
Παράλληλα, η έρευνα συνδέει την υγειονομική αυτή ανισότητα με κοινωνικοοικονομικούς δείκτες. Περιοχές με χαμηλότερο μέσο επίπεδο εκπαίδευσης και μικρότερο βαθμό αστικοποίησης τείνουν να έχουν χειρότερη πρόσβαση σε εξειδικευμένη δημόσια φροντίδα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η οικονομική και κοινωνική ευπάθεια μεταφράζεται απευθείας σε ευπάθεια της υγείας.
Διαφορές ανά φύλο
Ένα ακόμη εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης αφορά τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Σε ορισμένες γεωγραφικές ζώνες, η αναλογία τυποποιημένης θνησιμότητας εμφανίζεται αυξημένη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Το εύρημα αυτό τονίζει την ανάγκη για πιο στοχευμένες, ανά φύλο, στρατηγικές πρόληψης και ενημέρωσης, καθώς τα συμπτώματα των καρδιαγγειακών παθήσεων στις γυναίκες συχνά υποτιμώνται ή διαγιγνώσκονται καθυστερημένα.
Η ανάγκη για άμεση αναδιοργάνωση του υγειονομικού χάρτη
Η μελέτη των Ελλήνων επιστημόνων δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική καταγραφή, αλλά ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου για τους χαράσσοντες την πολιτική υγείας στη χώρα. Η «χωρική αναντιστοιχία» μεταξύ προσφοράς γιατρών και πραγματικών αναγκών του πληθυσμού απαιτεί ριζικές λύσεις.
Οι συγγραφείς της έρευνας υπογραμμίζουν ότι για να γεφυρωθεί το χάσμα, απαιτούνται:
- Ισχυρά κίνητρα (οικονομικά, διοικητικά και επιστημονικά) για την προσέλκυση και παραμονή καρδιολόγων στις άγονες, νησιωτικές και επαρχιακές περιοχές
- Ανασχεδιασμός του δικτύου Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ώστε η πρόληψη να φτάνει στον πολίτη πριν χρειαστεί νοσηλεία
- Αξιοποίηση της τηλεϊατρικής και σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων για την υποστήριξη των γιατρών που υπηρετούν σε απομακρυσμένα κέντρα υγείας
Το δικαίωμα στην υγεία και την έγκαιρη καρδιολογική φροντίδα δεν μπορεί να είναι προνόμιο των λίγων που ζουν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η ισότητα στην υγεία είναι δείκτης πολιτισμού, και η συγκεκριμένη μελέτη προσφέρει τον οδικό χάρτη για να γίνει πράξη.








