Όσοι έχουν υψηλή πίεση ή χοληστερίνη τρώνε λιγότερο συχνά φρούτα, δείχνει μελέτη

Όσοι έχουν υψηλή πίεση ή χοληστερίνη τρώνε λιγότερο συχνά φρούτα, δείχνει μελέτη
Julia Zolotova / Unsplash
Τρίτη, 29/09/2026 - 13:52

Έρευνα σε 371.000 ενήλικες συνδέει τα καρδιαγγειακά προβλήματα με τη σπανιότερη κατανάλωση φρούτων.

Οι αμερικανικές διατροφικές οδηγίες για την περίοδο 2020–2025 συνιστούν, για μια διατροφή 2.000 θερμίδων, ημερήσια ποσότητα φρούτων που αντιστοιχεί σε δύο φλιτζάνια. Η ίδια σύσταση διατηρείται και στις οδηγίες για την περίοδο 2025–2030, οι οποίες παράλληλα συμβουλεύουν τους πολίτες να περιορίζουν τους χυμούς και να τους αραιώνουν με νερό. Ωστόσο, περίπου το 80% του πληθυσμού δεν φτάνει τη συνιστώμενη ποσότητα και καταναλώνει λιγότερο από ένα φλιτζάνι φρούτων την ημέρα.

Οι φυτικές ίνες, τα θρεπτικά συστατικά και οι βιοδραστικές ουσίες των ολόκληρων φρούτων ενδέχεται να δρουν συνδυαστικά, συμβάλλοντας στην υγεία. Η μεγαλύτερη κατανάλωση φρούτων έχει συνδεθεί με χαμηλότερο κίνδυνο για διάφορα χρόνια νοσήματα, μεταξύ των οποίων και τα καρδιαγγειακά.

Η σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση ολόκληρων φρούτων και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι γνωστή, όμως τα δεδομένα για τους χυμούς δεν είναι τόσο σαφή. Επίσης, δεν είναι ξεκάθαρο αν τα άτομα με καρδιαγγειακή νόσο ή παράγοντες κινδύνου καταναλώνουν ολόκληρα φρούτα και χυμούς με διαφορετική συχνότητα από τα άτομα που δεν έχουν αυτά τα προβλήματα.

Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Current Developments in Nutrition, ερευνητές συνέκριναν τη συχνότητα κατανάλωσης ολόκληρων φρούτων και 100% φυσικών χυμών φρούτων μεταξύ ατόμων με και χωρίς καρδιαγγειακή νόσο ή παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου στις ΗΠΑ.

Τι έδειξαν τα στοιχεία

Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 371.038 άτομα.

Κατά μέσο όρο, οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι κατανάλωναν χυμό φρούτων 0,3 φορές την ημέρα και ολόκληρα φρούτα 1,06 φορές την ημέρα. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν πόσο συχνά τα κατανάλωναν, όχι πόσες μερίδες ή πόσα φλιτζάνια. Στις αντίστοιχες αναλύσεις, 151.983 άτομα ανέφεραν υψηλή αρτηριακή πίεση και 130.399 υψηλή χοληστερίνη. Επιπλέον, 21.603 δήλωσαν ότι είχαν υποστεί έμφραγμα, 21.151 ότι είχαν στηθάγχη ή στεφανιαία νόσο και 16.489 ότι είχαν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο.

Στις αρχικές συγκρίσεις, όσοι είχαν υψηλή αρτηριακή πίεση, ιστορικό εμφράγματος ή εγκεφαλικού επεισοδίου, καθώς και όσοι είχαν στηθάγχη ή στεφανιαία νόσο, κατανάλωναν χυμό συχνότερα από τα άτομα χωρίς το αντίστοιχο πρόβλημα. Αντίθετα, όσοι είχαν υψηλή χοληστερίνη κατανάλωναν χυμό λιγότερο συχνά από όσους δεν είχαν.

Τα ολόκληρα φρούτα καταναλώνονταν λιγότερο συχνά από τα άτομα με υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλή χοληστερίνη, ιστορικό εμφράγματος ή εγκεφαλικού επεισοδίου ή στεφανιαία νόσο, σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς το αντίστοιχο πρόβλημα.

Όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη και άλλους παράγοντες, η χαμηλότερη κατανάλωση χυμού εξακολούθησε να καταγράφεται στα άτομα με υψηλή χοληστερίνη, ενώ η υψηλότερη κατανάλωση παρέμεινε στα άτομα με ιστορικό εμφράγματος. Για την υψηλή αρτηριακή πίεση, το εγκεφαλικό επεισόδιο και τη στεφανιαία νόσο, οι διαφορές στην κατανάλωση χυμού δεν ήταν πλέον στατιστικά σημαντικές.

Ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση των άλλων παραγόντων, τα άτομα που ανέφεραν υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλή χοληστερίνη, στεφανιαία νόσο ή ιστορικό εμφράγματος εξακολουθούσαν να καταναλώνουν ολόκληρα φρούτα λιγότερο συχνά.

Η διαφορά που είχε αρχικά παρατηρηθεί στην κατανάλωση ολόκληρων φρούτων μεταξύ ατόμων με και χωρίς ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου δεν παρέμεινε μετά τη συνεκτίμηση των άλλων παραγόντων. Σε κάθε περίπτωση, οι διαφορές στη συχνότητα κατανάλωσης ήταν μικρές. Η μελέτη επίσης δεν μπορεί να δείξει αν οι διατροφικές συνήθειες των συμμετεχόντων είχαν διαμορφωθεί πριν από τη διάγνωσή τους.

Συμπέρασμα

Συνολικά, τα άτομα με υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλή χοληστερίνη, στεφανιαία νόσο ή ιστορικό εμφράγματος δήλωσαν ότι κατανάλωναν ολόκληρα φρούτα λιγότερο συχνά. Για τους χυμούς, μετά τη συνεκτίμηση των άλλων παραγόντων παρέμειναν διαφορές μόνο στα άτομα με υψηλή χοληστερίνη και σε εκείνα με ιστορικό εμφράγματος: τα πρώτα κατανάλωναν χυμό λιγότερο συχνά και τα δεύτερα συχνότερα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η μελέτη δεν μπορεί να δείξει αν η μικρότερη κατανάλωση φρούτων προηγήθηκε των καρδιαγγειακών προβλημάτων ή αν οι συμμετέχοντες άλλαξαν διατροφή μετά τη διάγνωσή τους. Παράλληλα, η έρευνα κατέγραψε πόσο συχνά κατανάλωναν φρούτα και χυμούς, όχι την ποσότητα κάθε φορά, ενώ οι ερευνητές έλαβαν υπόψη δημογραφικούς παράγοντες και το κάπνισμα, αλλά όχι τη σωματική δραστηριότητα, τον δείκτη μάζας σώματος ή την κατανάλωση λαχανικών και προϊόντων ολικής άλεσης.