Ο αφαλός σας μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από το να συγκεντρώνει υπολείμματα του σώματος. Στη μικρή αυτή κοιλότητα συσσωρεύονται νεκρά κύτταρα του δέρματος, σμήγμα και ιδρώτας, καθώς και βακτήρια που τρέφονται από αυτά. Όλα μαζί δημιουργούν μια χαρακτηριστική μυρωδιά, η οποία, σύμφωνα με νέα έρευνα, ίσως μπορεί να δώσει πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας μας.
Σε μια μικρή, προκαταρκτική μελέτη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χημική σύσταση των δειγμάτων που πήραν από τον αφαλό διέφερε ανάμεσα σε υγιείς ανθρώπους και σε ανθρώπους με νόσο Πάρκινσον, ήπια γνωστική διαταραχή ή κορωνοϊό.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports, περιλάμβανε μόλις 24 συμμετέχοντες. Παρ’ όλα αυτά, ανέδειξε μια δυνατότητα που αξίζει να διερευνηθεί: τη χρήση των οσμών που παράγει το ανθρώπινο σώμα ως μη επεμβατικού εργαλείου που θα μπορούσε να βοηθήσει στη διάγνωση.
Πώς η οσμή του σώματος μπορεί να σχετίζεται με τη νόσο Πάρκινσον
«Το σώμα εκπέμπει ορισμένες οσμές, για παράδειγμα μέσω του σμήγματος ή του ιδρώτα, που μπορούν να αποτελέσουν πρώιμες διαγνωστικές ενδείξεις», έγραψαν οι ερευνητές. Στην ομάδα συμμετείχε ο Thorsten Graunke, ειδικός στην τεχνολογία αισθητήρων στο γερμανικό Ινστιτούτο Ολοκληρωμένων Κυκλωμάτων Fraunhofer IIS.
Το σώμα μας δεν είναι απομονωμένο από το περιβάλλον. Εκπέμπουμε συνεχώς πτητικές οργανικές ενώσεις: μικροσκοπικά μόρια που περιέχουν άνθρακα και εξατμίζονται εύκολα όταν έρχονται σε επαφή με τον αέρα.
Οι ενώσεις αυτές φτάνουν στο περιβάλλον μέσω του ιδρώτα, της αναπνοής, των ούρων, του σάλιου και του σμήγματος, στο πλαίσιο της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού.
Η σύστασή τους, από την άλλη, δεν είναι πάντα η ίδια. Οι τροφές που καταναλώνετε ή τα φάρμακα που παίρνετε μπορούν να αλλάξουν αισθητά τη μυρωδιά του ιδρώτα, της αναπνοής ή των ούρων σας.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί και εξαιτίας μιας ασθένειας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η νόσος Πάρκινσον. Η Joy Milne έγινε γνωστή όταν διαπιστώθηκε ότι μπορούσε να αναγνωρίσει τη μυρωδιά της νόσου: είχε παρατηρήσει μια ασυνήθιστη μυρωδιά, που της θύμιζε μόσχο, στον σύζυγό της χρόνια πριν εκείνος διαγνωστεί.
Θα μπορούσαν, λοιπόν, οι επιστήμονες να φτιάξουν μια συσκευή που να αναγνωρίζει με αξιοπιστία τις οσμές που σχετίζονται με ασθένειες και να βοηθά στη διάγνωσή τους;
Πώς έγινε η μελέτη
Για να εξετάσουν αυτό το ενδεχόμενο, ο Graunke και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν μια μέθοδο ανάλυσης αερίων που ονομάζεται φωτοακουστική φασματοσκοπία με λέιζερ. Επέλεξαν, επίσης, σημεία του σώματος από τα οποία θα μπορούσαν να πάρουν δείγματα με λιγότερες εξωτερικές επιδράσεις.
«Τα δείγματα από το μπροστινό μέρος της ρινικής κοιλότητας, τον αφαλό και την κόγχη του αυτιού επηρεάζονται λιγότερο από αρώματα, σαπούνια και άλλους παράγοντες», εξήγησαν. Γι’ αυτό τα σημεία αυτά προσφέρουν εύκολη πρόσβαση στις πτητικές ουσίες που συνθέτουν τη μυρωδιά του σώματος.
Στην έρευνα συμμετείχαν 24 άνθρωποι: έξι με νόσο Πάρκινσον, έξι με ήπια γνωστική διαταραχή, έξι με κορωνοϊό και έξι υγιείς εθελοντές, που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.
Οι ερευνητές πήραν δείγματα από τρία σημεία κάθε συμμετέχοντα: από το εσωτερικό της μύτης, την κόγχη του αυτιού και τον αφαλό. Σε κάθε σημείο χρησιμοποίησαν μια αποστειρωμένη μπατονέτα για περίπου 10 δευτερόλεπτα. Έπειτα σφράγισαν και κατέψυξαν τα δείγματα μέχρι να τα αναλύσουν.
Στη συνέχεια ανέλαβε το λέιζερ.
Οι ερευνητές τοποθέτησαν κάθε μπατονέτα σε μια ειδική υποδοχή και διοχέτευσαν πάνω της πολύ καθαρό συνθετικό αέρα. Ο αέρας μετέφερε τις πτητικές ενώσεις που απελευθερώνονταν από το δείγμα σε ένα φωτοακουστικό φασματόμετρο με λέιζερ.
Όταν οι ενώσεις απορροφούν το υπέρυθρο φως του λέιζερ, η ενέργεια θερμαίνει το αέριο γύρω τους και το κάνει να διαστέλλεται. Κάθε είδος μορίου απορροφά περισσότερο φως σε διαφορετικά μήκη κύματος. Η διαστολή παράγει απειροελάχιστα κύματα πίεσης, δηλαδή ήχο, τα οποία καταγράφει ένας πολύ ευαίσθητος ανιχνευτής.
Όσο πιο ισχυρό είναι το ηχητικό σήμα σε ένα συγκεκριμένο μήκος κύματος, τόσο περισσότερο φως απορροφά εκεί το δείγμα. Έτσι οι ερευνητές μπορούν να δουν πώς συμπεριφέρεται το μείγμα των πτητικών ενώσεων στο υπέρυθρο φως.
Εξετάζοντας πολλά μήκη κύματος, δημιούργησαν ένα χαρακτηριστικό φασματικό «αποτύπωμα» για το μείγμα ουσιών που απελευθέρωνε κάθε δείγμα.
Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν μια στατιστική μέθοδο, την ανάλυση κύριων συνιστωσών, για να αναζητήσουν κοινά χαρακτηριστικά στα αποτυπώματα και να δουν αν έμοιαζαν μεταξύ τους τα δείγματα ανθρώπων με την ίδια πάθηση. Διαπίστωσαν ότι έμοιαζαν. Οι πιο καθαρές διαφορές εμφανίστηκαν στα δείγματα από τη μύτη και τον αφαλό.
Ειδικά τα δείγματα από τον αφαλό παρουσίασαν διαφορετικά μοτίβα ανά ομάδα. Η μεγαλύτερη διαφορά παρατηρήθηκε ανάμεσα στους υγιείς συμμετέχοντες και σε όσους είχαν ήπια γνωστική διαταραχή. Τα δείγματα των ατόμων με Πάρκινσον και COVID-19 βρίσκονταν ενδιάμεσα, με κάποια αλληλοεπικάλυψη.
Οι ερευνητές είχαν παράλληλα την ευκαιρία να ελέγξουν αν ένα από αυτά τα μοτίβα θα εμφανιζόταν ξανά ύστερα από κάποιο διάστημα.
Δύο εβδομάδες μετά τις αρχικές μετρήσεις, πήραν δείγματα από τρία ακόμη άτομα με νόσο Πάρκινσον. Όταν τα πρόσθεσαν στην ανάλυση, τα νέα δείγματα βρέθηκαν στην ίδια ομάδα με εκείνα των αρχικών συμμετεχόντων που είχαν Πάρκινσον.
Οι ερευνητές τόνισαν ότι το αποτέλεσμα είναι προκαταρκτικό, αφού τα νέα δείγματα προέρχονταν από μόλις τρεις ανθρώπους. Ωστόσο, αποτελεί μια ένδειξη ότι το μοτίβο δεν οφειλόταν απλώς στις ιδιαιτερότητες των αρχικών συμμετεχόντων ή της ημέρας που είχαν ληφθεί τα πρώτα δείγματα.
Μάλιστα, ίσως να μη χρειάζεται καν να εξετάζονται όλα τα μήκη κύματος που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχική δοκιμή.
Αρχικά οι ερευνητές ανέλυσαν ένα μεγάλο εύρος υπέρυθρων μηκών κύματος. Όταν αναζήτησαν ποια έδιναν τις πιο χρήσιμες πληροφορίες, διαπίστωσαν ότι μόλις πέντε συγκεκριμένα μήκη κύματος ξεχώριζαν τις ομάδες σχεδόν εξίσου καλά με το πιο χρήσιμο τμήμα ολόκληρου του φάσματος.
Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να κατασκευαστεί στο μέλλον μια μικρότερη, πιο εύχρηστη και φθηνότερη συσκευή από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη.
Υπάρχουν, εντούτοις, σημαντικοί περιορισμοί.
Ο πρώτος είναι ο πολύ μικρός αριθμός συμμετεχόντων. Η μελέτη δείχνει ότι η μέθοδος αξίζει να εξεταστεί περαιτέρω, αλλά προς το παρόν δεν επιτρέπει κανένα συμπέρασμα για το αν ένα δείγμα από τον αφαλό μπορεί πράγματι να βοηθήσει στη διάγνωση προβλημάτων υγείας.
Ένα ακόμη ζήτημα είναι η ηλικία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σχετιζόταν με διαφορές στα φασματικά αποτυπώματα. Στη μικρή ομάδα της μελέτης, όμως, η ηλικία και η διάγνωση συνδέονταν τόσο στενά, ώστε δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποια από τις δύο ευθυνόταν για κάθε διαφορά.
Με τόσο λίγους συμμετέχοντες, δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί πόσες από τις διαφορές σχετίζονταν με την ασθένεια και πόσες με την ηλικία. Θα χρειαστούν μεγαλύτερες μελέτες, με ομάδες ανθρώπων αντίστοιχης ηλικίας, για να φανεί αν τα μοτίβα που παρατηρήθηκαν παραμένουν ανεξάρτητα από τη γήρανση.
Επιπλέον, το πείραμα έγινε σε αυστηρά ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες. Στην καθημερινότητα, το σαπούνι, τα αρώματα, οι συνήθειες προσωπικής υγιεινής και οι ουσίες του περιβάλλοντος θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα. Γι’ αυτό η μέθοδος πρέπει να δοκιμαστεί και σε πραγματικές συνθήκες.








