Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Γιατί ο πόνος μπορεί να επιμένει ακόμη κι όταν η φλεγμονή έχει υποχωρήσει

Ρευματοειδής αρθρίτιδα: Γιατί ο πόνος μπορεί να επιμένει ακόμη κι όταν η φλεγμονή έχει υποχωρήσει
Özge Karzan / Unsplash
Δευτέρα, 28/09/2026 - 12:50

Ποιοι παράγοντες μπορούν να συμβάλλουν στον πόνο των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα, ακόμα και όταν οι εξετάσεις δείχνουν ότι δεν υπάρχει πλέον φλεγμονή.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια χρόνια αυτοάνοση νόσος: το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται κατά λάθος στις αρθρώσεις, προκαλώντας πόνο, πρήξιμο και δυσκαμψία.

Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία, όμως ποσοστό 6% έως 28% δεν καταφέρνει να διατηρήσει τη νόσο σε ύφεση παρά τη θεραπεία και ανήκει στην κατηγορία της «δύσκολα αντιμετωπίσιμης» ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Υπάρχουν, μάλιστα, αρκετές περιπτώσεις, όπου οι δείκτες φλεγμονής στις εξετάσεις φαίνονται εντός των φυσιολογικών πλαισίων, ωστόσο ο πόνος παραμένει.

Σύμφωνα με νέα μελέτη που πραγματοποίησαν ερευνητές από το πανεπιστήμιο Semmelweis, η φλεγμονή δεν είναι πάντα η μόνη αιτία πίσω από τα επίμονα συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα οποία δημοσιεύτηκαν στα επιστημονικά περιοδικά Nature Reviews Rheumatology και The Lancet Rheumatology, άλλοι παράγοντες που φαίνεται να παίζουν ρόλο είναι η κατάθλιψη, η παχυσαρκία, το κάπνισμα, οι διαταραχές ύπνου και άλλα προβλήματα υγείας.

Ο φαύλος κύκλος του πόνου, της διάθεσης και του ύπνου

Ο πόνος και η κατάθλιψη, για παράδειγμα, μπορεί να σας κάνουν λιγότερο δραστήριους, να οδηγήσουν σε αύξηση του βάρους και να επιδεινώσουν τον ύπνο και τη διάθεσή σας. Όλα αυτά, με τη σειρά τους, μπορεί να εντείνουν τον πόνο και να δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο την καθημερινότητά σας, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο είναι δύσκολο να βγείτε.

Οι ερευνητές ανέπτυξαν επίσης ένα νέο μοντέλο που θα μπορούσε να βελτιώσει τη φροντίδα των ασθενών με δύσκολα αντιμετωπίσιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Στην ευρέως διαδεδομένη προσέγγιση της «θεραπείας βάσει στόχου», οι γιατροί παρακολουθούν τακτικά μετρήσιμους δείκτες που δείχνουν πόσο ενεργή είναι η νόσος. Αν η φλεγμονή δεν υποχωρεί αρκετά, προσαρμόζουν τη θεραπεία, για παράδειγμα αυξάνοντας τη δόση ή αλλάζοντας φάρμακο.

Η ερευνητική ομάδα υποστήριξε ότι αυτή η παρακολούθηση μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα είδος έγκαιρης προειδοποίησης. Αν οι δείκτες φλεγμονής βελτιώνονται αλλά τα συμπτώματα παραμένουν, ο πόνος ή η κόπωση μπορεί να μην οφείλονται μόνο στη συνεχιζόμενη φλεγμονή, ίσως μάλιστα να μην οφείλονται καθόλου σε αυτήν.

Όταν η φλεγμονή δεν εξηγεί όλα τα συμπτώματα

«Όταν οι δείκτες βελτιώνονται, αλλά ο ασθενής εξακολουθεί να υποφέρει από πόνο και κόπωση, αξίζει να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αντί να συνταγογραφούν αυτομάτως περισσότερα φάρμακα, οι γιατροί θα πρέπει να αναζητούν τι συντηρεί τα συμπτώματα, είτε πρόκειται για σύνδρομο χρόνιου πόνου, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου ή παχυσαρκία», δήλωσε ο δρ György Nagy, επικεφαλής του Τμήματος Ρευματολογίας και Ανοσολογίας του Πανεπιστημίου Semmelweis.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι έχουν δει καλύτερα αποτελέσματα σε ασθενείς με δύσκολα αντιμετωπίσιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα όταν ακολουθείται αυτή η προσέγγιση. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί επίσης να βελτιώσει τη σχέση γιατρού και ασθενούς, καθώς η θεραπεία εστιάζει περισσότερο στις πραγματικές αιτίες των συμπτωμάτων.

Πώς θα μπορούσε να βοηθήσει η τεχνητή νοημοσύνη

Οι ερευνητές σχεδιάζουν ήδη τα επόμενα βήματά τους. Παράλληλα με τις δικές τους μελέτες, σκοπεύουν να συμμετάσχουν σε ερευνητικά προγράμματα που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη, με στόχο την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων θεραπειών για τα άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

«Με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε κοινά χαρακτηριστικά και να χωρίσουμε τους ασθενείς σε υποομάδες. Έπειτα, αξιοποιώντας αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε πιο αποτελεσματικές, σχεδόν εξατομικευμένες θεραπείες για κάθε υποομάδα», εξήγησε η Lilla Gunkl-Tóth, υποψήφια διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Semmelweis και πρώτη συγγραφέας των δημοσιεύσεων.