Όσοι έχουν προβλήματα με την όρασή τους διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν άνοια στο μέλλον και συγκεκριμένα ενδεχομένως μετά από περίπου δέκα χρόνια. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν δύο πρόσφατες και μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες. Η πρώτη διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο και η δεύτερη στην Αυστραλία.
Η μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, και δημοσιεύθηκε το 2024, διαπίστωσε ότι οι συμμετέχοντες σε τεστ οράσεως με χαμηλότερες ταχύτητες οπτικής επεξεργασίας είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν άνοια τα επόμενα 12 χρόνια. Η μελέτη από την Αυστραλία, εν τω μεταξύ, διαπίστωσε ότι η επιδείνωση της οπτικής οξύτητας ήταν ένας σημαντικός προγνωστικός παράγοντας γνωστικής παρακμής σε μια παρόμοια περίοδο 12 ετών.
«Η μείωση της όρασης μπορεί να προκληθεί από μια σειρά παραγόντων, μερικοί από τους οποίους είναι θεραπεύσιμοι. Για παράδειγμα, ο καταρράκτης ή η μείωση της όρασης μπορεί να υποστηριχθεί με τα σωστά γυαλιά», δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας της αυστραλιανής μελέτης, νευροεπιστήμονας Nikki-Anne Wilson στο Neuroscience Research Australia (NeuRA).
Αυτό που τονίζει η έρευνα είναι ότι ο έγκαιρος εντοπισμός αυτών των αλλαγών και η αντιμετώπισή τους μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης άνοιας. Το γεγονός ότι ένα ηλικιωμένο άτομο έχει προβλήματα όρασης δεν σημαίνει ότι είναι καταδικασμένο να αναπτύξει άνοια. Απλά, ο εντοπισμός προβλημάτων στην όραση μπορεί να λειτουργήσει ως ένα διαγνωστικό εργαλείο για την άνοια.
«Δείχνουμε για πρώτη φορά ότι η σχέση μεταξύ της μείωσης της όρασης και της συνολικής γνωστικής απόδοσης μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από τη μειωμένη κοινωνική επαφή», εξήγησε η Wilson. «Τα άτομα που έχουν χειρότερη όραση μπορεί να είναι πιο πιθανό να αποφεύγουν τις κοινωνικές εκδηλώσεις λόγω άγχους και αυτό επίσης μπορεί να επηρεάσει τη γνωστική τους απόδοση. Τα ευρήματά μας υποδεικνύουν τη σημασία της διατήρησης της κοινωνικής επαφής, όχι μόνο επειδή η κοινωνική απομόνωση αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ίδια την άνοια, αλλά και επειδή μπορεί επίσης να βοηθήσει στη μείωση του αντίκτυπου άλλων παραγόντων κινδύνου, όπως η χειρότερη όραση. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα», πρόσθεσε.








