Η σωματική δραστηριότητα μετά τη διάγνωση καρκίνου φαίνεται να συνδέεται με μειωμένη θνησιμότητα σε ένα ευρύ φάσμα νεοπλασιών, σύμφωνα με νέα μεγάλη συνδυαστική ανάλυση δεδομένων. Ακόμη και μέτριες αυξήσεις στη σωματική άσκηση στον ελεύθερο χρόνο μετά τη διάγνωση σχετίζονται με βελτιωμένη επιβίωση, συμπεριλαμβανομένων και λιγότερο μελετημένων μορφών καρκίνου.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από 17.141 ενήλικες που είχαν διαγνωστεί με καρκίνο της ουροδόχου κύστης, του ενδομητρίου, του νεφρού, του πνεύμονα, της στοματικής κοιλότητας, των ωοθηκών ή του ορθού.
Τα στοιχεία προήλθαν από έξι μεγάλες προοπτικές μελέτες πληθυσμού, ενώ οι συμμετέχοντες είχαν μέση ηλικία 67 ετών, με τις γυναίκες να αποτελούν το 60% του δείγματος. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης έφτασε τα 10,9 έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων καταγράφηκαν 4.872 θάνατοι από καρκίνο.
Η φυσική δραστηριότητα αξιολογήθηκε τόσο πριν από τη διάγνωση όσο και περίπου 2,8 χρόνια μετά, με βάση τις μεταβολικές ισοδύναμες ώρες ανά εβδομάδα (MET-h/wk). Στόχος των ερευνητών ήταν να διερευνήσουν τη σχέση μεταξύ μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας μετά τη διάγνωση και της θνησιμότητας, καθώς και τις μεταβολές στα επίπεδα δραστηριότητας πριν και μετά τη νόσο.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο JAMA Network Open, κατέδειξαν ότι οποιοδήποτε επίπεδο φυσικής δραστηριότητας μετά τη διάγνωση, ακόμη και κάτω από τα συνιστώμενα όρια, σχετίζεται με καλύτερα ποσοστά επιβίωσης σε αρκετούς τύπους καρκίνου. Συγκεκριμένα, χαμηλά επίπεδα δραστηριότητας (>0 έως <7,5 MET-h/wk) συνδέθηκαν με μειωμένο κίνδυνο θανάτου σε ασθενείς με καρκίνο της ουροδόχου κύστης, του ενδομητρίου και του πνεύμονα. Η μείωση του κινδύνου ήταν ακόμη μεγαλύτερη σε όσους αύξησαν περαιτέρω τη δραστηριότητά τους, ιδίως στους ασθενείς με καρκίνο του ενδομητρίου και του πνεύμονα που πληρούσαν ή ξεπερνούσαν τις κατευθυντήριες οδηγίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι υψηλότερα επίπεδα άσκησης (≥15 MET-h/wk) συνδέθηκαν με μειωμένη θνησιμότητα και σε καρκίνους της στοματικής κοιλότητας και του ορθού. Παράλληλα, ασθενείς που έγιναν σωματικά δραστήριοι μετά τη διάγνωση, ακόμη και αν προηγουμένως ήταν αδρανείς, εμφάνισαν χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου, ιδιαίτερα στον καρκίνο του πνεύμονα και του ορθού, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της αλλαγής συμπεριφοράς μετά τη διάγνωση.
Για ορισμένους τύπους καρκίνου, όπως του νεφρού, της στοματικής κοιλότητας και του ορθού, τα αποτελέσματα κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση, χωρίς ωστόσο να είναι στατιστικά απολύτως ισχυρά.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η αντίστροφη αιτιότητα, δηλαδή το ενδεχόμενο η μειωμένη δραστηριότητα να αντικατοπτρίζει ήδη επιβαρυμένη υγεία και όχι να αποτελεί αιτία της αυξημένης θνησιμότητας. Επιπλέον, παράγοντες όπως το κάπνισμα ενδέχεται να επηρεάζουν τα αποτελέσματα.
Παρά τους περιορισμούς, τα ευρήματα ενισχύουν τη σημασία της ενσωμάτωσης της σωματικής δραστηριότητας στη φροντίδα των επιζώντων καρκίνου. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οφέλη καταγράφηκαν ακόμη και σε επίπεδα δραστηριότητας χαμηλότερα από τα προτεινόμενα, γεγονός που υποδηλώνει ότι μικρές, σταδιακές αυξήσεις στην καθημερινή κίνηση μπορούν να είναι τόσο ρεαλιστικές όσο και κλινικά ουσιώδεις.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τον καθορισμό των βέλτιστων επιπέδων άσκησης και τη διερεύνηση διαφοροποιήσεων ανά τύπο καρκίνου. Ωστόσο, τα υπάρχοντα δεδομένα αναδεικνύουν τη σωματική δραστηριότητα ως έναν σημαντικό τροποποιήσιμο παράγοντα που μπορεί να προαχθεί σε ένα ευρύ φάσμα πλαισίων επιβίωσης μετά τον καρκίνο.







