Οι άνδρες εμφανίζουν συχνότερα καρκίνο από τις γυναίκες, ακόμη και όταν πρόκειται για μορφές της νόσου που προσβάλλουν και τα δύο φύλα. Η διαφορά αυτή παρατηρείται σε όλο τον κόσμο, αλλά οι αιτίες της δεν είναι πλήρως γνωστές.
Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Oncology, εξέτασε πόσο μπορεί να εξηγηθεί από βιολογικές διαφορές και πόσο από συνήθειες και προβλήματα υγείας που διαφέρουν ανάμεσα στους πληθυσμούς και μπορούν να τροποποιηθούν.
Ειδικότερα, ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από την Κίνα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην Κίνα, το δείγμα περιλάμβανε 134.742 ενήλικες που ζούσαν στη Σαγκάη και συμμετείχαν σε δύο μακροχρόνιες μελέτες, μία για την υγεία των γυναικών και μία για την υγεία των ανδρών. Από τη βρετανική βάση δεδομένων UK Biobank αντλήθηκαν στοιχεία για άλλους 455.024 άνδρες και γυναίκες από 22 κέντρα υγείας. Οι ερευνητές εξέτασαν 34 μορφές καρκίνου που μπορούν να εμφανιστούν και στα δύο φύλα, καθώς και τη συμβολή 11 τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου στη διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Στην Κίνα, οι 11 παράγοντες που εξετάστηκαν, μεταξύ των οποίων η διατροφή και τα μεταβολικά νοσήματα, εξηγούσαν το 84,4% της διαφοράς. Στο Ηνωμένο Βασίλειο εξηγούσαν μόλις το 26,2%. Αυτό σημαίνει ότι εκεί σχεδόν το 74% της διαφοράς δεν μπορούσε να εξηγηθεί από τους παράγοντες που μετρήθηκαν.
Δεν είναι μόνο θέμα βιολογίας
Οι άνδρες εμφανίζουν σε πολύ υψηλότερα ποσοστά καρκίνους που μπορούν να προσβάλουν και τις γυναίκες. Ο καρκίνος όμως, που αναπτύσσεται όταν τα κύτταρα αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα και μπορεί να αποβεί θανατηφόρος, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: τα γονίδια, το περιβάλλον και τον τρόπο ζωής. Γι’ αυτό είναι δύσκολο να προσδιοριστεί τι ακριβώς ευθύνεται για τη διαφορά μεταξύ των φύλων.
Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι ενδέχεται να παίζουν ρόλο βιολογικές διαφορές, καθώς τα γονίδια, οι ορμόνες και το ανοσοποιητικό σύστημα μπορούν να επηρεάζουν διαφορετικά τον κίνδυνο καρκίνου στους άνδρες και στις γυναίκες. Άλλες έρευνες είχαν επισημάνει τη συμβολή συνηθειών, όπως το κάπνισμα και η διατροφή, αλλά και προβλημάτων υγείας, όπως ο διαβήτης και η παχυσαρκία. Το να γνωρίζουμε πόσο συμβάλλει κάθε παράγοντας είναι απαραίτητο για να σχεδιαστούν στοχευμένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας.
Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στατιστικές μεθόδους για να εκτιμήσουν πόσο από τη διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών συνδέεται με παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν. Εξέτασαν συνολικά 11 παράγοντες, μεταξύ των οποίων το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η διατροφή και ορισμένα προβλήματα υγείας.
Στη συνέχεια, παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες για περισσότερο από μία δεκαετία. Με βάση στοιχεία εθνικών και περιφερειακών μητρώων καρκίνου έως το 2020–2021, κατέγραψαν ποιοι εμφάνισαν μορφές καρκίνου που προσβάλλουν και τα δύο φύλα.
Ίδια νόσος, διαφορετικοί παράγοντες
Στην Κίνα, οι παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής εξηγούσαν το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών. Περίπου το 15% παρέμενε ανεξήγητο από τους παράγοντες που εξετάστηκαν ή ενδέχεται να σχετιζόταν με βιολογικές διαφορές.
Στη Σαγκάη, το κάπνισμα είχε τη μεγαλύτερη συμβολή, εξηγώντας περίπου το 52% της διαφοράς. Η μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ εξηγούσε ένα επιπλέον 15,1%. Και οι δύο συνήθειες είναι πολύ συχνότερες στους άνδρες, γεγονός που συμβάλλει στη διαφορά των ποσοστών καρκίνου μεταξύ των φύλων. Στη διαφορά συνέβαλλαν επίσης οι χρόνιες παθήσεις του ήπατος και η χαμηλή κατανάλωση φρούτων.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι συνήθειες των ανδρών και των γυναικών ως προς το κάπνισμα και το αλκοόλ είναι πιο παρόμοιες, η εικόνα ήταν διαφορετική. Από τους παράγοντες που μετρήθηκαν, τη μεγαλύτερη συμβολή είχαν τα μεταβολικά προβλήματα.
Πρώτη ήταν η παχυσαρκία, η οποία εξηγούσε λιγότερο από το 8% της διαφοράς. Ακολουθούσαν το κάπνισμα με 6,26% και ο διαβήτης τύπου 2 με 3,51%.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η διαφορά στα ποσοστά καρκίνου μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν οφείλεται αποκλειστικά στη βιολογία. Οι παράγοντες που τη συνδέονται με αυτήν αλλάζουν σημαντικά από χώρα σε χώρα, ανάλογα με τις συνήθειες και τη γενική κατάσταση της υγείας του πληθυσμού. Γι’ αυτό οι ερευνητές προτείνουν οι στρατηγικές πρόληψης να προσαρμόζονται στις ανάγκες κάθε πληθυσμού.
Για να γίνουν αυτές οι στρατηγικές πιο αποτελεσματικές, χρειάζονται μελέτες που θα εξετάσουν αν άλλοι παράγοντες, όπως η έκθεση σε περιβαλλοντικούς κινδύνους και οι βιολογικές διαφορές, μπορούν να εξηγήσουν το μέρος της διαφοράς που παραμένει ανεξήγητο.








