Η λύσσα είναι μία σοβαρή ιογενής λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, η οποία μεταδίδεται κυρίως μέσω του σάλιου μολυσμένου ζώου, συνήθως έπειτα από δάγκωμα. Πρόκειται για νόσο με πολύ υψηλή θνητότητα όταν εκδηλωθούν τα συμπτώματα, γι’ αυτό η πρόληψη, ο εμβολιασμός των ζώων και η άμεση ιατρική αντιμετώπιση μετά από πιθανή έκθεση είναι καθοριστικής σημασίας.
Επανεμφάνιση της λύσσας στην Ελλάδα
Στις 19/10/2012 καταγράφηκε στην Ελλάδα το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα λύσσας σε ζώο μετά το 1987. Το κρούσμα αφορούσε κόκκινη αλεπού στην περιοχή της Σιάτιστας, στον νομό Κοζάνης.
Από τότε έως την 01/11/2013, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, τα επιβεβαιωμένα κρούσματα λύσσας στη χώρα έφτασαν τα 35. Τα ζώα που επιβεβαιώθηκε εργαστηριακά ότι είχαν μολυνθεί ήταν 31 κόκκινες αλεπούδες, 3 σκύλοι και μία γάτα.
Μέχρι τότε, δεν είχε καταγραφεί κρούσμα λύσσας σε άνθρωπο στην Ελλάδα μετά την επανεμφάνιση της νόσου. Ο νοτιότερος νομός όπου είχε εντοπιστεί κρούσμα ήταν ο νομός Τρικάλων.
Τι είναι η λύσσα και πώς μεταδίδεται
Η λύσσα μεταδίδεται μέσω του σάλιου μολυσμένου ζώου, κυρίως με δάγκωμα. Ο ιός μπορεί επίσης να μεταδοθεί αν μολυσμένο σάλιο έρθει σε επαφή με αμυχές ή τραύματα στο δέρμα.
Έχει αναφερθεί και μετάδοση μέσω εισπνοής του ιού από περιττώματα, κυρίως νυχτερίδων, αν και αυτός ο τρόπος μετάδοσης είναι πολύ πιο σπάνιος. Ο ιός μπορεί να βρίσκεται στο σάλιο του μολυσμένου ζώου 8 έως 10 ημέρες πριν από την εμφάνιση των κλινικών συμπτωμάτων.
Ποια ζώα μπορούν να νοσήσουν
Σχεδόν όλα τα θερμόαιμα ζώα μπορούν να νοσήσουν από λύσσα. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα σαρκοφάγα κατοικίδια, όπως οι σκύλοι και οι γάτες, τα παραγωγικά ζώα, όπως άλογα, βοοειδή, πρόβατα, αίγες και χοίροι, καθώς και άγρια ζώα, όπως αλεπούδες και τσακάλια.
Τα τρωκτικά και τα κουνέλια, παρότι θεωρούνται ευαίσθητα είδη, είναι ασυνήθιστο να εμφανίσουν λύσσα. Τα πτηνά μπορούν να μολυνθούν πειραματικά, όμως στην πράξη θεωρείται ότι δεν μεταδίδουν τη νόσο. Τα αμφίβια και τα ψάρια δεν μπορούν να μολυνθούν ή να μεταδώσουν λύσσα.
Συμπτώματα στα ζώα
Στα κατοικίδια ζώα συντροφιάς, η λύσσα μπορεί να εμφανιστεί από 10 ημέρες έως δύο μήνες ή και περισσότερο μετά τη μόλυνση. Τα αρχικά συμπτώματα μπορεί να είναι λήθαργος, ανορεξία, πυρετός και άλλα μη ειδικά σημεία. Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστούν έντονη σιελόρροια, μη φυσιολογική ή επιθετική συμπεριφορά, αυτοτραυματισμός, αδυναμία και παράλυση. Ο θάνατος επέρχεται συνήθως 3 έως 7 ημέρες μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων.
Στις γάτες παρατηρείται συχνότερα η μανιακή μορφή της νόσου, με έντονη επιθετικότητα απέναντι σε ανθρώπους και ζώα.
Στα παραγωγικά ζώα μπορεί να εμφανιστούν υπερδιέγερση, σκάψιμο ή ξύσιμο του εδάφους, βελασμοί, ξαφνική πτώση, σιελόρροια, δυσκολία στην κατάποση και φαρυγγική παράλυση. Τα άλογα μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα επιθετικά και στη συνέχεια να παρουσιάσουν παράλυση, ενώ οι χοίροι μπορεί να επιτεθούν και να θανατώσουν τους απογόνους τους.
Στα άγρια ζώα, όπως οι αλεπούδες, η λύσσα μπορεί να εκδηλωθεί απλώς με αλλαγή συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, οι αλεπούδες μπορεί να κυκλοφορούν την ημέρα, παρότι είναι νυκτόβια ζώα. Κάθε ζώο της άγριας πανίδας που επιτίθεται και δαγκώνει ζώο ή άνθρωπο πρέπει να θεωρείται δυνητικά μολυσμένο.
Η λύσσα έχει μεγάλη ποικιλία κλινικών συμπτωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις ένα ζώο μπορεί να πεθάνει ξαφνικά ή μετά την εμφάνιση λίγων μόνο συμπτωμάτων, γεγονός που δυσκολεύει τη διάγνωση.
Συμπτώματα στον άνθρωπο
Στον άνθρωπο, η λύσσα συνήθως εκδηλώνεται αργότερα σε σχέση με τα κατοικίδια ζώα. Ο χρόνος επώασης μπορεί να κυμαίνεται από λίγες ημέρες έως και χρόνια, όμως συχνότερα είναι 3 έως 8 εβδομάδες.
Αρχικά, τα συμπτώματα μπορεί να μοιάζουν με γρίπη. Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστούν σωματική κατάπτωση, διαταραχές ύπνου, πυρετός, σπασμοί, σιελόρροια, δίψα, φωτοφοβία, υδροφοβία, παράλυση και τελικά θάνατος.
Δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία όταν εκδηλωθούν τα συμπτώματα της λύσσας. Μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων, η νόσος είναι σχεδόν πάντα θανατηφόρα.
Η λύσσα στην Ελλάδα και διεθνώς
Μετά το 1987, η Ελλάδα θεωρούνταν χώρα απαλλαγμένη από τη λύσσα έως το φθινόπωρο του 2012. Πριν από την επανεμφάνιση της νόσου, το τελευταίο κρούσμα σε ζώο είχε διαπιστωθεί το 1987 σε σκύλο στην περιοχή του Έβρου, ενώ το τελευταίο ανθρώπινο κρούσμα είχε καταγραφεί το 1970.
Την περίοδο 1951 έως 1980, όταν η λύσσα αποτελούσε έντονο πρόβλημα στη χώρα, καταγράφηκαν 11.472 κρούσματα σε κατοικίδια ζώα και 53 σε ανθρώπους. Η απαλλαγή της Ελλάδας από τη λύσσα επιτεύχθηκε με εκτεταμένους εμβολιασμούς και έλεγχο του πληθυσμού των αδέσποτων ζώων.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η λύσσα εξακολουθεί να υπάρχει σε περισσότερες από 150 χώρες. Σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονται στο αρχικό κείμενο, περισσότεροι από 55.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από λύσσα, κυρίως στην Ασία και την Αφρική. Το 99% των θανάτων παγκοσμίως οφείλεται σε επαφή με σκύλους, ενώ τα παιδιά έως 15 ετών αποτελούν το 40% των ατόμων που δαγκώνονται από ύποπτα για λύσσα ζώα.
Πρόληψη της λύσσας
Η πρόληψη είναι το βασικότερο μέτρο αντιμετώπισης της λύσσας. Στα μέτρα πρόληψης περιλαμβάνονται οι εμβολιασμοί δεσποζόμενων και αδέσποτων ζώων συντροφιάς, ο εμβολιασμός παραγωγικών ζώων όταν κρίνεται απαραίτητο, ο εμβολιασμός άγριων ζώων με δολώματα από αέρος, οι έλεγχοι στις μετακινήσεις ζώων και η άμεση κοινοποίηση κάθε ύποπτου περιστατικού στις κτηνιατρικές αρχές.
Ο εμβολιασμός των ζώων συντροφιάς αποτελεί το σημαντικότερο μέτρο πρόληψης. Οι σκύλοι και οι γάτες εμβολιάζονται με ενέσιμο αδρανοποιημένο εμβόλιο από κτηνίατρο. Ο κτηνίατρος καταγράφει τον εμβολιασμό στο βιβλιάριο υγείας του ζώου, μαζί με την ετικέτα του εμβολίου, τη σφραγίδα και την υπογραφή του.
Η ανοσία αναπτύσσεται περίπου 20 ημέρες μετά τον εμβολιασμό. Αν ο εμβολιασμός δεν έχει γίνει σωστά και δεν έχει καταγραφεί από κτηνίατρο, το ζώο δεν θεωρείται εμβολιασμένο.
Εμβολιασμός άγριων ζώων
Για τα άγρια ζώα εφαρμόζεται εμβολιασμός από το στόμα, με ρίψη ειδικών δολωμάτων που περιέχουν αντιλυσσικό εμβόλιο. Τα δολώματα ρίχνονται από αεροπλάνα σε περιοχές υψηλού κινδύνου, ώστε τα άγρια ζώα που θα τα φάνε να αναπτύξουν ανοσία.
Το πρόγραμμα αυτό ακολουθεί ευρωπαϊκή πρακτική και έχει χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό της λύσσας σε πολλές χώρες. Σύμφωνα με το αρχικό κείμενο, ο εμβολιασμός από το στόμα προσφέρει ανοσία για περίπου 6 μήνες, γι’ αυτό απαιτείται επανάληψη δύο φορές τον χρόνο.
Τι πρέπει να κάνετε αν βρείτε δόλωμα εμβολίου
Τα αντιλυσσικά δολώματα δεν πρέπει να αγγίζονται με γυμνά χέρια. Αν κάποιος βρει τέτοιο δόλωμα, πρέπει να το τοποθετήσει σε πλαστική σακούλα χωρίς άμεση επαφή και να το παραδώσει στις τοπικές κτηνιατρικές αρχές ή να το μεταφέρει σε λιγότερο πολυσύχναστη περιοχή, σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών.
Αν κατοικίδιο ζώο φάει δόλωμα, δεν πρέπει να επιχειρήσει κανείς να το αφαιρέσει από το στόμα του με γυμνά χέρια. Αν υπάρξει επαφή με το δόλωμα ή με σάλιο ζώου που έσπασε την κάψουλα του δολώματος, πρέπει να αναζητηθεί ιατρική βοήθεια.
Τι πρέπει να κάνετε σε περίπτωση δαγκώματος ή γρατζουνιάς
Σε περίπτωση δαγκώματος ή γρατζουνιάς από ζώο, πρέπει να γίνει άμεσο πλύσιμο της πληγής με άφθονο νερό και σαπούνι. Αν δεν υπάρχει δυνατότητα άμεσης επίσκεψης σε γιατρό, το πλύσιμο πρέπει να διαρκέσει περίπου 15 λεπτά. Στη συνέχεια πρέπει να εφαρμοστεί αντισηπτικό, όπως οινόπνευμα ή ιώδιο, και να υπάρξει άμεση επικοινωνία με γιατρό.
Είναι επίσης σημαντικό να συγκρατηθούν πληροφορίες για το ζώο, όπως μέγεθος, χρώμα, τοποθεσία, συνθήκες του περιστατικού και κατεύθυνση προς την οποία κινήθηκε μετά.
Αν το κατοικίδιο ενός ιδιοκτήτη δαγκώσει ή γρατζουνίσει άνθρωπο, ο ιδιοκτήτης πρέπει να ανταλλάξει στοιχεία με το άτομο που τραυματίστηκε και να οδηγήσει το ζώο στον κτηνίατρο εντός 24 ωρών. Η παρακολούθηση του ζώου για 15 ημέρες είναι κρίσιμη για την εκτίμηση του κινδύνου.
Το αντιλυσσικό εμβόλιο για τον άνθρωπο
Ο προληπτικός εμβολιασμός πριν από την έκθεση στον ιό αφορά άτομα υψηλού κινδύνου, όπως κτηνιάτρους, επαγγελματίες υγείας, άτομα που χειρίζονται υλικά από ύποπτα ή μολυσμένα ζώα και επαγγελματίες που συμμετέχουν σε προγράμματα επιτήρησης και καταπολέμησης της λύσσας.
Το εμβόλιο χορηγείται σε 3 δόσεις μέσα σε διάστημα 1 μήνα, με ενέσεις στον δελτοειδή μυ. Το ίδιο εμβόλιο, μαζί με ανοσοσφαιρίνη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μετά από πιθανή έκθεση στον ιό, σύμφωνα με θεραπευτικό σχήμα που αποφασίζει ο γιατρός.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κυρίως τοπικές, όπως ερυθρότητα, πόνος, σκληρία, οίδημα και κνησμός στο σημείο της ένεσης. Σπανιότερα μπορεί να εμφανιστούν πυρετός, πονοκέφαλος, ζάλη, αδυναμία, μυαλγίες και γαστρεντερικά συμπτώματα.
Ακόμη και αν κάποιος έχει εμβολιαστεί προληπτικά, χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση και προφυλακτική αγωγή μετά από πιθανή έκθεση στον ιό. Ο προληπτικός εμβολιασμός μειώνει τις δόσεις που απαιτούνται μετά την έκθεση, δίνει περισσότερο χρόνο για αναζήτηση ιατρικής βοήθειας και καλύπτει περιπτώσεις όπου η επαφή με τον ιό δεν έγινε άμεσα αντιληπτή.
Μετακινήσεις ζώων
Για τις μετακινήσεις ζώων εντός της Ελλάδας απαγορεύεται η μετακίνηση, η ελεύθερη διακίνηση και η αγοραπωλησία μη εμβολιασμένων κατοικίδιων ζώων. Τα κατοικίδια σαρκοφάγα άνω των 3 μηνών πρέπει να συνοδεύονται από βιβλιάριο υγείας ή διαβατήριο, όπου αναγράφονται τα στοιχεία ταυτότητας του ζώου, η σήμανση, τα στοιχεία του ιδιοκτήτη και ο αντιλυσσικός εμβολιασμός.
Το αντιλυσσικό εμβόλιο πρέπει να έχει γίνει τουλάχιστον 21 ημέρες πριν από τη μετακίνηση του ζώου.
Για ζώα που εισέρχονται στην Ελλάδα από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, απαιτούνται σήμανση με microchip, αντιλυσσικός εμβολιασμός και τα σχετικά έγγραφα. Για ζώα από τρίτες χώρες μπορεί να απαιτείται επιπλέον ορολογικός έλεγχος αντισωμάτων από πιστοποιημένο εργαστήριο.








