Περίπου ένας στους 10 εφήβους αντιμετωπίζει κοινωνικό άγχος, δηλαδή επίμονη και έντονη ανησυχία ότι θα δεχτεί αρνητική κριτική από τους συμμαθητές του και άλλους συνομηλίκους. Σε νέα μελέτη με τη συμμετοχή εφήβων με κοινωνικό άγχος, ερευνητές από την Κτηνιατρική Σχολή Cummings του Πανεπιστημίου Tufts διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της σχέσης των εφήβων με τον σκύλο τους συνδέονταν με πιο υγιείς τρόπους διαχείρισης του άγχους που προκαλούν οι σχέσεις με συνομηλίκους.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Adolescence, βασίστηκε στις απαντήσεις 514 εφήβων ηλικίας 13 έως 17 ετών από τις ΗΠΑ και ενός γονέα από κάθε οικογένεια. Οι ερευνητές εξέτασαν αν συγκεκριμένες πλευρές της σχέσης των εφήβων με τον σκύλο τους, όπως η στοργή, η συντροφικότητα, η φροντίδα του ζώου, η συναισθηματική στήριξη, οι εντάσεις και η αντιμετώπιση του σκύλου ως υποκατάστατου των ανθρώπινων σχέσεων, συνδέονταν με διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης του άγχους.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι ιδιαίτερες πτυχές της σχέσης κάθε εφήβου με τον σκύλο του ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το κατοικίδιο συμβάλλει στην υγιή ανάπτυξή του, μερικές φορές μάλιστα με απροσδόκητο τρόπο. Για παράδειγμα, οι ερευνητές περίμεναν ότι η συναισθηματική στήριξη από τον σκύλο θα συνδεόταν συχνότερα με πιο υγιείς στρατηγικές διαχείρισης του άγχους και σπανιότερα με δυσλειτουργικές στρατηγικές. Ωστόσο, τα αποτελέσματα έδειξαν το αντίθετο. Όταν οι έφηβοι ένιωθαν ότι ο σκύλος τούς πρόσφερε συναισθηματική στήριξη, ήταν λιγότερο πιθανό να καταφεύγουν στη θετική σκέψη και περισσότερο πιθανό να μένουν προσκολλημένοι σε αρνητικές σκέψεις.
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν τη μελέτη για να εξετάσουν αν οι σκύλοι μπορούν να βοηθήσουν τους εφήβους να διαχειρίζονται με θετικό τρόπο τις κοινωνικές καταστάσεις που τους προκαλούν άγχος, σε μια περίοδο της ζωής τους που συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις.
«Στην εφηβεία, οι νέοι διαμορφώνουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους», εξήγησε η Megan Mueller, εκ των συγγραφέων της μελέτης και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Συγκριτικής Παθοβιολογίας της Κτηνιατρικής Σχολής Cummings. «Οι έφηβοι περνούν από μια φυσιολογική αλλαγή, καθώς οι σχέσεις με τους συνομηλίκους αποκτούν κεντρικότερο ρόλο από τις σχέσεις με τους γονείς. Η μετάβαση αυτή συνοδεύεται αναπόφευκτα από συναισθηματικές αναταράξεις, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν έντονο άγχος σε ορισμένα παιδιά».
«Οι σκύλοι λειτουργούν με πολλούς τρόπους ως γέφυρα ανάμεσα στην οικογένεια και τους συνομηλίκους», συνέχισε η Mueller, η οποία είναι επίσης διευθύντρια του Εργαστηρίου Κατοικίδιων και Ευεξίας (PAW) στην Κτηνιατρική Σχολή Cummings. «Φυσικά, δεν είναι οι γονείς σας, αλλά ανήκουν στην οικογένεια και μπορούν να αποτελέσουν μια οικεία πηγή παρηγοριάς. Θέλαμε να εξετάσουμε αν οι σχέσεις με τα ζώα συντροφιάς, και ειδικότερα με τους σκύλους, μπορούν να βοηθήσουν τους εφήβους να διαχειρίζονται αποτελεσματικά το άγχος, προσφέροντάς τους κοινωνική στήριξη και βοηθώντας τους να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους».
Για τη μελέτη, οι ερευνητές επέλεξαν εφήβους με υψηλά επίπεδα κοινωνικού άγχους. Τόσο οι έφηβοι όσο και οι γονείς συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τη σχέση των εφήβων με τον σκύλο τους και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονταν το άγχος που προκαλούσαν οι σχέσεις με τους συνομηλίκους. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν στατιστικά μοντέλα για να εντοπίσουν πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε συγκεκριμένες πλευρές της σχέσης ανθρώπου και σκύλου και στους διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης του άγχους που ανέφεραν οι έφηβοι και οι γονείς τους.
«Θέλαμε να δούμε αν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της σχέσης με τον σκύλο συνδέονταν με περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικούς τρόπους διαχείρισης του άγχους», ανέφερε η Nicole Mason, κύρια συγγραφέας της μελέτης και υποψήφια διδάκτορας στην Κτηνιατρική Σχολή Cummings.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι τόσο η συντροφικότητα όσο και η φροντίδα του σκύλου συνδέονταν με πιο υγιείς τρόπους διαχείρισης του άγχους που προκαλούσαν οι σχέσεις με συνομηλίκους. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν η επίλυση προβλημάτων, η θετική σκέψη, η ρύθμιση των συναισθημάτων και η έκφρασή τους.
Η στοργή που ένιωθαν οι έφηβοι για τον σκύλο τους δεν παρουσίασε σημαντική συσχέτιση ούτε με πιο υγιείς ούτε με λιγότερο υγιείς τρόπους διαχείρισης του άγχους.
Αντίθετα, οι εντάσεις στη σχέση με τον σκύλο, όπως ο εκνευρισμός επειδή μασούσε τα παπούτσια, συνδέονταν με λιγότερο υγιείς τρόπους διαχείρισης του άγχους στις σχέσεις με συνομηλίκους. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν η αποφυγή, η άρνηση, η συνεχής ανακύκλωση αρνητικών σκέψεων και το συναισθηματικό μούδιασμα.
Η αντιμετώπιση του σκύλου ως υποκατάστατου των ανθρώπινων σχέσεων, για παράδειγμα όταν ένας έφηβος θεωρούσε ότι το κατοικίδιό του ήταν σημαντικότερος φίλος από οποιονδήποτε συνομήλικό του, συνδεόταν επίσης με λιγότερο υγιείς τρόπους διαχείρισης του άγχους. «Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι, όταν ο σκύλος γίνεται η βασική πηγή κοινωνικής στήριξης ενός εφήβου, αυτό μπορεί να υποδηλώνει ότι δεν διαθέτει άλλες κοινωνικές σχέσεις», τόνισε η Mueller.
«Μελλοντικές μελέτες θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη σχέση, καθώς και άλλους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν τα αποτελέσματα», επισήμανε η Mueller. «Παρακολουθούμε πλέον τους εφήβους και τους σκύλους τους σε βάθος χρόνου, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα πώς εξελίσσονται αυτές οι σχέσεις και αν παράγοντες όπως η προσωπικότητα και η συμπεριφορά του σκύλου, καθώς και το πόσο ταιριάζει με τον έφηβο, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο έφηβος διαχειρίζεται το άγχος και τη συνολική του ευεξία».








