Ποια ώρα πρωινού συνδέεται με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, σύμφωνα με μελέτη

Ποια ώρα πρωινού συνδέεται με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, σύμφωνα με μελέτη
Dan Counsell / Unsplash
Πέμπτη, 20/08/2026 - 13:23

Ποια ώρα πρωινού συνδέθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου και μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής.

Οι περισσότερες συμβουλές για το πρωινό επικεντρώνονται στο τι πρέπει να βάλετε στο πιάτο σας. Ωστόσο, μια μεγάλη μελέτη σε ενήλικες στις ΗΠΑ δείχνει ότι ίσως έχει σημασία και η ώρα: Το πότε καταναλώνετε τις πρώτες και τις τελευταίες θερμίδες της ημέρας ενδέχεται να συνδέεται με το πόσο θα ζήσετε.

Τα ευρήματα υποστηρίζουν ότι υπάρχει συσχέτιση, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι αλλάζοντας την ώρα των γευμάτων αλλάζει και η διάρκεια ζωής ενός ανθρώπου. Παρ’ όλα αυτά, ενισχύουν τα στοιχεία που δείχνουν ότι η υγεία μας μπορεί να εξαρτάται όχι μόνο από το τι τρώμε, αλλά και από το πότε τρώμε.

Προηγούμενες μελέτες είχαν συνδέσει την παράλειψη του πρωινού και το φαγητό αργά το βράδυ με χειρότερη υγεία, αλλά οι κίνδυνοι που σχετίζονται με συγκεκριμένες ώρες παρέμεναν ασαφείς.

Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 31.044 ενήλικες ηλικίας 40 ετών και άνω, οι οποίοι συμμετείχαν στην Εθνική Έρευνα Εξέτασης Υγείας και Διατροφής των ΗΠΑ από το 1999 έως το 2018.

Πώς έγινε η μελέτη

Οι συμμετέχοντες κατέγραψαν όλα όσα είχαν φάει ή πιει τις προηγούμενες 24 ώρες, καθώς και την ώρα που κατανάλωσαν κάθε τρόφιμο ή ρόφημα.

Στη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό European Journal of Clinical Nutrition, οι ερευνητές θεώρησαν ως «πρώτο γεύμα» οποιοδήποτε τρόφιμο ή ρόφημα με θερμίδες καταναλώθηκε μετά τις 4 π.μ. Επομένως, δεν επρόκειτο απαραίτητα για ένα συνηθισμένο πρωινό γεύμα.

Η τελευταία κατανάλωση θερμίδων θεωρήθηκε το τελευταίο γεύμα της ημέρας, ενώ το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρώτο και το τελευταίο γεύμα ορίστηκε ως το χρονικό παράθυρο σίτισης.

Στη συνέχεια, η ερευνητική ομάδα συνέδεσε αυτά τα στοιχεία με τους θανάτους που είχαν καταγραφεί έως το τέλος του 2019.

Κατά τη διάμεση περίοδο παρακολούθησης των 8,6 ετών, πέθαναν 7.129 συμμετέχοντες, από τους οποίους οι 2.259 από καρδιαγγειακά αίτια.

Στην ανάλυση συνυπολογίστηκαν παράγοντες όπως η ηλικία, το κάπνισμα, η σωματική δραστηριότητα, η ποιότητα της διατροφής, ο δείκτης μάζας σώματος, η ενεργειακή πρόσληψη, το εισόδημα και οι προϋπάρχουσες παθήσεις.

Ποια ώρα συνδέθηκε με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής

Όσο αργότερα καταναλωνόταν το πρώτο γεύμα, τόσο πιο σαφές γινόταν ένα συγκεκριμένο μοτίβο.

Σε σύγκριση με όσους έτρωγαν το πρώτο γεύμα τους μεταξύ 7 και 8 π.μ., όσοι έτρωγαν μεταξύ 8 και 10 π.μ. είχαν 10% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία. Ο κίνδυνος ήταν 19% υψηλότερος για όσους έτρωγαν το πρώτο γεύμα μεταξύ 10 π.μ. και 12 το μεσημέρι και 29% υψηλότερος για όσους έτρωγαν μετά το μεσημέρι.

Παρόμοια ήταν η εικόνα και ως προς τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά αίτια.

Όσοι έτρωγαν για πρώτη φορά μετά το μεσημέρι είχαν 46% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια σε σύγκριση με όσους έτρωγαν μεταξύ 7 και 8 π.μ. Στην ηλικία των 50 ετών, το εκτιμώμενο προσδόκιμο ζωής των ατόμων που έτρωγαν αργότερα ήταν επίσης κατά 2,46 χρόνια μικρότερο κατά μέσο όρο.

Τα αποτελέσματα για το τελευταίο γεύμα της ημέρας ήταν πιο απροσδόκητα.

Ο κίνδυνος δεν αυξανόταν απλώς όσο περνούσε η ώρα. Η σχέση είχε σχήμα U. Σε σύγκριση με όσους ολοκλήρωναν το φαγητό τους μεταξύ 7 και 8 μ.μ., όσοι σταματούσαν να τρώνε πριν από τις 7 μ.μ. είχαν 13% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, ενώ όσοι έτρωγαν μετά τα μεσάνυχτα είχαν 27% υψηλότερο κίνδυνο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, ο χαμηλότερος κίνδυνος καταγραφόταν γύρω στις 8 μ.μ.

«Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι 7 με 8 μ.μ. είναι η ιδανική ώρα δείπνου για όλους», εξήγησε στο ScienceAlert ο Ζιλέι Σαν, ανώτερος συγγραφέας της μελέτης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας Χουαζόνγκ.

Η κατανάλωση φαγητού πολύ αργά το βράδυ ενδέχεται να διαταράσσει τους κιρκάδιους ρυθμούς και τον μεταβολισμό, εξήγησε ο Σαν. Από την άλλη πλευρά, ένα πολύ πρώιμο τελευταίο γεύμα μπορεί να σχετίζεται με το καθημερινό πρόγραμμα, κάποια ασθένεια ή τη χαμηλότερη ενεργειακή πρόσληψη.

Όσοι σταματούσαν να τρώνε νωρίς έτειναν να είναι μεγαλύτερης ηλικίας, να τρώνε λιγότερο συχνά και να έχουν περισσότερες προϋπάρχουσες παθήσεις. Επομένως, η ώρα του τελευταίου γεύματος μπορεί απλώς να αντικατοπτρίζει την κατάσταση της υγείας τους και όχι να την προκαλεί.

Τα αποτελέσματα για το χρονικό παράθυρο σίτισης περιέπλεξαν ακόμη περισσότερο την εικόνα.

Όταν οι ερευνητές συνυπολόγισαν την ώρα του πρώτου γεύματος, η διάρκεια του χρονικού παραθύρου σίτισης δεν παρουσίασε σταθερή σχέση με τη θνησιμότητα στο σύνολο του δείγματος. Αντίθετα, η συσχέτιση άλλαζε ανάλογα με την ώρα κατά την οποία άρχιζαν να τρώνε οι συμμετέχοντες.

Το εύρημα αυτό δείχνει ότι οι ανησυχίες σχετικά με τα πολύ σύντομα χρονικά παράθυρα σίτισης χρειάζονται πιο προσεκτική ερμηνεία: Η καταμέτρηση μόνο των ωρών νηστείας ενδέχεται να μην αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα.

«Η ώρα των γευμάτων αποτελεί σημαντικό ερέθισμα για τους περιφερικούς κιρκάδιους ρυθμούς», τόνισε ο Σαν. «Ένα πιο αργό πρώτο γεύμα ή η κατανάλωση φαγητού αργά το βράδυ μπορεί να συμβάλλουν στον κιρκάδιο αποσυγχρονισμό και σε μεταβολικές διαταραχές, όπως η διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων και της γλυκόζης».

Μελέτες σε ζώα έχουν αναδείξει πιθανούς μηχανισμούς που περιλαμβάνουν την αύξηση του σωματικού βάρους, τη συσσώρευση λίπους στο συκώτι, τη διατάραξη των βιολογικών ρολογιών σε όργανα εκτός του εγκεφάλου και τις μεταβολές στην απορρόφηση των λιπαρών. Παραμένει άγνωστο αν αυτοί οι μηχανισμοί εξηγούν τη σχέση που παρατηρήθηκε ανάμεσα στις ώρες των γευμάτων και τη θνησιμότητα στους ανθρώπους.

Δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί η αντίστροφη αιτιώδης σχέση. Το φαγητό αργά μπορεί να αποτελεί συνέπεια ή ένδειξη κακής υγείας, ανεπαρκούς ύπνου, εργασίας σε βάρδιες ή κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Προηγούμενη μελέτη σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας διαπίστωσε επίσης ότι, όσο αυξάνονταν τα προβλήματα υγείας, τόσο αργότερα έτρωγαν πρωινό.

«Επομένως, το φαγητό αργότερα μέσα στην ημέρα θα πρέπει να ερμηνεύεται ως πιθανός δείκτης κινδύνου και ίσως ως μια συνήθεια που μπορεί να αλλάξει, και όχι ως οριστική απόδειξη ότι αποτελεί άμεση αιτία αυξημένου κινδύνου», επισήμανε ο Σαν.

Ο χρονότυπος, οι αναλυτικές συνήθειες ύπνου, η ώρα της σωματικής δραστηριότητας και άλλοι παράγοντες που δεν μετρήθηκαν ενδέχεται να επηρέασαν τα αποτελέσματα, παρά τις εκτεταμένες στατιστικές προσαρμογές και τις αναλύσεις ευαισθησίας.

«Με βάση μόνο αυτά τα ευρήματα, δεν θα πρέπει να κάνετε ακραίες αλλαγές στις ώρες των γευμάτων σας», κατέληξε ο Σαν.