Η μεγάλη δημοφιλία που απέκτησαν τα τελευταία χρόνια τα φάρμακα για την παχυσαρκία τείνει να διαμορφώσει ένα νέο τοπίο στην αγορά καταναλωτικών προϊόντων. Οι καταναλωτές στις ΗΠΑ φαίνεται να αλλάζουν τον τρόπο που ψωνίζουν τρόφιμα, αναψυκτικά και άλλα είδη και οι εταιρείες προσπαθούν να συμβαδίσουν με τα νέα δεδομένα.
Οι παγκόσμιες εταιρείες τροφίμων και ποτών, από την PepsiCo έως την Coca-Cola επικεντρώνονται σε μικρότερες λίστες συστατικών και μικρότερα μεγέθη συσκευασιών για το 2026, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι λαμβάνουν φάρμακα GLP-1 που καταστέλλουν την όρεξη με σκοπό την απώλεια βάρους.
Μάλιστα, ορισμένες εταιρείες, οι οποίες μέχρι πρότινος κρατούσαν στάση αναμονής, βλέπουν τώρα ότι τα φάρμακα GLP-1 ήρθαν για να μείνουν. Μέχρι στιγμής φέτος, πάνω από 30 εταιρείες εκτός του κλάδου της υγειονομικής περίθαλψης έχουν κάνει αναφορές στα φάρμακα GLP-1 ή την απώλεια βάρους στις τηλεδιασκέψεις κερδών τους, από 14 για την ίδια περίοδο πριν από ένα χρόνο και μόλις πέντε δύο χρόνια νωρίτερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της LSEG.
Οι αλλαγές στη διατροφή που συνδέονται με τη χρήση φαρμάκων GLP-1 θα μπορούσαν να σημάνουν απώλεια έως και 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πωλήσεις σνακ κατά την επόμενη δεκαετία, σύμφωνα με εκτιμήσεις της EY-Parthenon, όπως γράφει το Reuters. Η υιοθέτηση φαρμάκων GLP-1, τα οποία καταστέλλουν την όρεξη και συνταγογραφούνται κυρίως για τον διαβήτη και την απώλεια βάρους, υπερδιπλασιάστηκε τους 12 μήνες έως τον Δεκέμβριο, με περίπου το 20% των νοικοκυριών των ΗΠΑ να περιλαμβάνουν πλέον τουλάχιστον έναν χρήστη, σύμφωνα με ανάλυση της PwC.
Ο Peter ter Kulve, Διευθύνων Σύμβουλος της Magnum Ice Cream, δήλωσε ότι οι χρήστες GLP-1 συνεχίζουν να τρώνε λιχουδιές, αλλά παρουσιάζουν «μια έντονη μείωση της άσκοπης κατανάλωσης φαγητού και της υπερφαγίας».
Την ίδια στιγμή, η διοίκηση της Coca Cola προέτρεψε πρόσφατα τα στελέχη της για ταχύτερη καινοτομία, ενώ ο νέος επικεφαλής της Kraft Heinz σταμάτησε μια προγραμματισμένη διάσπαση της εταιρείας και αντ' αυτού ανακοίνωσε επενδύσεις 600 εκατομμυρίων δολαρίων φέτος για την αναβίωση βασικών προϊόντων που είχαν παραμεληθεί εδώ και καιρό, όπως η επιχείρηση κρέατος και αλλαντικών, Oscar Mayer.
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν για τις περισσότερες μεγάλες εταιρείες τροφίμων φέτος, φτάνοντας έως και 23% για την General Mills, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η LSEG.
Η PepsiCo λάνσαρε μια σειρά προϊόντων που ονομάζεται Simply NKD για να αναδιαμορφώσει τα σνακ της, ενώ προχωρά σε rebranding προϊόντων όπως τα Lay's και Gatorade αφαιρώντας τα τεχνητά χρώματα.
Η PepsiCo θα ξεκινήσει επίσης να δοκιμάζει επιλογές μίνι γευμάτων με τις μάρκες Sabra και Siete στις ΗΠΑ, όπως δήλωσε πρόσφατα ο Διευθύνων Σύμβουλος Ramon Laguarta στο συνέδριο του Consumer Analyst Group of New York. «Νομίζω ότι υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες παρά απειλές, αλλά σίγουρα υπάρχουν και τα δύο», δήλωσε ο Laguarta σε τηλεδιάσκεψη μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων νωρίτερα αυτόν τον μήνα.
Στο μεταξύ, η Coca-Cola αύξησε την παραγωγή για να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση για το γάλα Fairlife με πρωτεΐνη στα τέλη του περασμένου έτους. Η General Mills λάνσαρε τα δημητριακά Cheerios με υψηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες τον Δεκέμβριο του 2024, σε μία προσπάθεια να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό για τα τρόφιμα πρωινού.
«Αναμένουμε ότι τα GLP-1 και άλλα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας θα έχουν διαρκή επίδραση στο τοπίο των τροφίμων και της διατροφής, ωθώντας ορισμένους καταναλωτές προς μικρότερες μερίδες και τρόφιμα με περισσότερες θρεπτικές πρωτεΐνες και φυτικές ίνες», δήλωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος της General Mills, Jeffrey Harmening, στο συνέδριο CAGNY την Τρίτη.
Να σημειωθεί ότι, οι χρήστες GLP-1 καταναλώνουν κατά μέσο όρο 40% λιγότερες θερμίδες, σύμφωνα με την ανάλυση δεδομένων από την εταιρεία Numerator της PwC. Η κατανάλωση επιδορπίων μειώθηκε κατά 84% και η χρήση αλκοόλ κατά 33%, ενώ η κατανάλωση φρέσκων προϊόντων αυξήθηκε κατά περισσότερο από 70%.
Τα καλάθια των οικογενειών με τα ψώνια είναι μικρότερα κατά 4% έως 6%, σύμφωνα με τα στοιχεία, ενώ τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά έχουν παρουσιάσει μειώσεις έως και 9%. «Μόλις αρχίσαμε να ξύνουμε την επιφάνεια των επιπτώσεων αυτής της αλλαγής», δήλωσε ο Ali Furman, επικεφαλής των καταναλωτικών αγορών της PwC στις ΗΠΑ.








