Πώς η ιβουπροφαίνη επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου

Πώς η ιβουπροφαίνη επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου
Jorge Campos / Unsplash
Τρίτη, 20/01/2026 - 13:56

Μελέτη έδειξε ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων καρκίνων.

Η ιβουπροφαίνη είναι από τα πιο διαδεδομένα παυσίπονα στην Ευρώπη και χρησιμοποιείται ευρέως για πονοκεφάλους, μυϊκούς πόνους και πόνους περιόδου. Ωστόσο, πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι αυτό το γνώριμο φάρμακο ίσως μπορεί να συμβάλλει και στη μείωση του κινδύνου για ορισμένες μορφές καρκίνου.

Καθώς η επιστημονική έρευνα φωτίζει ολοένα και περισσότερο τον ρόλο της φλεγμονής στην ανάπτυξη του καρκίνου, η ιβουπροφαίνη έχει μπει στο μικροσκόπιο. Η μακροχρόνια χρήση της ως αντιφλεγμονώδες φάρμακο έχει ενισχύσει το ενδιαφέρον γύρω από το αν ένα τόσο κοινό, μη συνταγογραφούμενο σκεύασμα θα μπορούσε να προσφέρει απρόσμενη προστασία απέναντι σε σοβαρές ασθένειες.

Πώς δρα η ιβουπροφαίνη στον οργανισμό

Η ιβουπροφαίνη ανήκει στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Η σύνδεση αυτής της κατηγορίας φαρμάκων με την πρόληψη του καρκίνου δεν είναι νέα. Ήδη από το 1983, κλινικά δεδομένα συνέδεσαν τη σουλινδάκη, ένα παλαιότερο συνταγογραφούμενο μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες παρόμοιο με την ιβουπροφαίνη, με χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών. Από τότε, οι ερευνητές εξετάζουν αν τα φάρμακα αυτά μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη ή στην επιβράδυνση και άλλων μορφών καρκίνου.

Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη δρουν αναστέλλοντας ένζυμα που ονομάζονται κυκλοοξυγενάσες. Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι. Η COX-1 συμβάλλει στην προστασία του γαστρικού βλεννογόνου, στη διατήρηση της λειτουργίας των νεφρών και στη διαδικασία της πήξης του αίματος. Η COX-2, αντίθετα, σχετίζεται άμεσα με τη φλεγμονή.

Τα περισσότερα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, συμπεριλαμβανομένης της ιβουπροφαίνης, αναστέλλουν και τα δύο ένζυμα. Για τον λόγο αυτό, οι γιατροί συστήνουν να λαμβάνονται μαζί με τροφή και όχι με άδειο στομάχι.

Ιβουπροφαίνη και καρκίνος του ενδομητρίου

Μελέτη του 2025 έδειξε ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου, της συχνότερης μορφής καρκίνου της μήτρας. Ο συγκεκριμένος καρκίνος ξεκινά από το ενδομήτριο και αφορά κυρίως γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.

Ένας από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του ενδομητρίου είναι το αυξημένο σωματικό βάρος ή η παχυσαρκία, καθώς το πλεονάζον λίπος αυξάνει τα επίπεδα οιστρογόνων, μιας ορμόνης που μπορεί να διεγείρει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων.

Στους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη ηλικία, η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, ιδίως όταν περιλαμβάνει μόνο οιστρογόνα, ο διαβήτης και το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η πρώιμη έναρξη της εμμήνου ρύσεως, η καθυστερημένη εμμηνόπαυση ή το να μην έχει αποκτήσει κάποια γυναίκα παιδιά αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν μη φυσιολογική κολπική αιμορραγία, πόνο στη λεκάνη και πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή.

Στη μελέτη Prostate, Lung, Colorectal, and Ovarian αναλύθηκαν δεδομένα από περισσότερες από 42.000 γυναίκες ηλικίας 55 έως 74 ετών σε διάστημα 12 ετών. Οι γυναίκες που ανέφεραν ότι λάμβαναν τουλάχιστον 30 δισκία ιβουπροφαίνης τον μήνα είχαν 25% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου σε σύγκριση με όσες λάμβαναν λιγότερα από 4 δισκία τον μήνα. Το προστατευτικό αποτέλεσμα φάνηκε να είναι εντονότερο στις γυναίκες με καρδιακή νόσο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η ασπιρίνη, ένα ακόμη ευρέως χρησιμοποιούμενο μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες, δεν εμφάνισε την ίδια συσχέτιση με μειωμένο κίνδυνο σε αυτήν ή σε άλλες μελέτες. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι η ασπιρίνη μπορεί να βοηθά στην πρόληψη της υποτροπής του καρκίνου του εντέρου.

Άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, όπως η ναπροξένη, έχουν επίσης μελετηθεί για την πρόληψη καρκίνων του παχέος εντέρου, της ουροδόχου κύστης και του μαστού. Η αποτελεσματικότητά τους φαίνεται να εξαρτάται από τον τύπο του καρκίνου, τη γενετική προδιάθεση και τις υποκείμενες καταστάσεις υγείας.

Οι ευρύτερες δυνατότητες της ιβουπροφαίνης

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι τα πιθανά οφέλη της ιβουπροφαίνης δεν περιορίζονται στον καρκίνο του ενδομητρίου. Έρευνες έχουν συνδέσει τη χρήση της με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του εντέρου, του μαστού, των πνευμόνων και του προστάτη.

Για παράδειγμα, άτομα που είχαν στο παρελθόν καρκίνο του εντέρου και λάμβαναν ιβουπροφαίνη εμφάνισαν μικρότερη πιθανότητα υποτροπής. Επιπλέον, έχει φανεί ότι μπορεί να αναστέλλει την ανάπτυξη και την επιβίωση των καρκινικών κυττάρων του παχέος εντέρου, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ακόμη και για προστατευτική δράση απέναντι στον καρκίνο του πνεύμονα σε καπνιστές.

Η φλεγμονή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του καρκίνου και η ιβουπροφαίνη, ως αντιφλεγμονώδες φάρμακο, παρεμβαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Αναστέλλοντας τη δραστηριότητα του ενζύμου COX-2, μειώνει την παραγωγή προσταγλανδινών, ουσιών που προάγουν τη φλεγμονή και την κυτταρική ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης καρκινικών κυττάρων. Τα χαμηλότερα επίπεδα προσταγλανδινών μπορεί να επιβραδύνουν ή να αναστείλουν την ανάπτυξη όγκων.

Παράλληλα, η ιβουπροφαίνη φαίνεται να επηρεάζει γονίδια που σχετίζονται με τον καρκίνο, όπως τα HIF-1α, NFκB και STAT3. Τα γονίδια αυτά βοηθούν τα καρκινικά κύτταρα να επιβιώνουν σε συνθήκες χαμηλού οξυγόνου και να αντιστέκονται στη θεραπεία. Η μείωση της δραστηριότητάς τους καθιστά τα καρκινικά κύτταρα πιο ευάλωτα και ενδέχεται να αυξάνει την αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας, επηρεάζοντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το DNA μέσα στα κύτταρα.

Μία απαραίτητη επιφύλαξη

Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, τα δεδομένα δεν είναι ομοιόμορφα. Μελέτη σε 7.751 ασθενείς έδειξε ότι η λήψη ασπιρίνης μετά τη διάγνωση καρκίνου του ενδομητρίου συνδέθηκε με αυξημένη θνησιμότητα, ιδιαίτερα σε άτομα που είχαν χρησιμοποιήσει ασπιρίνη και πριν από τη διάγνωση. Παρόμοια, και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάνηκε να αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου που σχετίζεται με τον καρκίνο.

Αντίθετα, πρόσφατη ανασκόπηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, και ειδικά η ασπιρίνη, μπορεί να μειώνουν τον κίνδυνο για αρκετές μορφές καρκίνου, αν και η συστηματική χρήση άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου των νεφρών. Τα αντικρουόμενα αυτά αποτελέσματα αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα της σχέσης μεταξύ φλεγμονής, ανοσοποιητικού συστήματος και καρκίνου.

Παρά τις ενδείξεις, οι ειδικοί προειδοποιούν να μην ξεκινούν οι ασθενείς μόνοι τους θεραπεία με ιβουπροφαίνη με στόχο την πρόληψη του καρκίνου. Η μακροχρόνια ή υψηλή δόση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες, όπως γαστρικά έλκη, αιμορραγία από το πεπτικό και βλάβες στα νεφρά.

Σε σπανιότερες περιπτώσεις, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επιπλοκών, όπως έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη αλληλεπιδρούν επίσης με αρκετά φάρμακα, όπως η βαρφαρίνη και ορισμένα αντικαταθλιπτικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας και άλλων επιπλοκών.

Η ιδέα ότι ένα τόσο απλό παυσίπονο θα μπορούσε να συμβάλει στην πρόληψη του καρκίνου είναι ταυτόχρονα ελκυστική και προβληματική. Αν μελλοντικές μελέτες επιβεβαιώσουν αυτά τα ευρήματα, η ιβουπροφαίνη θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική μείωσης του καρκινικού κινδύνου, ιδιαίτερα σε άτομα υψηλού κινδύνου.

Μέχρι τότε, οι ειδικοί συμφωνούν ότι η πιο ασφαλής προσέγγιση παραμένει η πρόληψη μέσω του τρόπου ζωής. Η κατανάλωση αντιφλεγμονωδών τροφών, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και η τακτική σωματική δραστηριότητα παραμένουν βασικοί πυλώνες.

Τελευταία τροποποίηση στις 20/01/2026 - 14:28