Πώς ένα ζεστό μπάνιο μπορεί να επηρεάσει την αρτηριακή σας πίεση

Πώς ένα ζεστό μπάνιο μπορεί να επηρεάσει την αρτηριακή σας πίεση
Matthew Tkocz / Unsplash
Παρασκευή, 13/02/2026 - 06:43

Μπορούν τα ζεστά μπάνια να μειώσουν την υψηλή αρτηριακή πίεση;

Η υπέρταση, δηλαδή η υψηλή αρτηριακή πίεση, είναι μια κατάσταση κατά την οποία η πίεση μέσα στις αρτηρίες ξεπερνά τα φυσιολογικά (μεγαλύτερη ή ίση με 130/80 mmHg). Αφορά πάνω από το 30% των ενηλίκων παγκοσμίως, με ορισμένες μελέτες να δείχνουν ότι σε άτομα άνω των 65 ετών, το ποσοστό αυτό φτάνει το 50%.

Η υπέρταση αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διάφορων προβλημάτων υγείας, όπως οι καρδιοπάθειες, τα εγκεφαλικά επεισόδια και τα προβλήματα στα νεφρά. Παράλληλα, έχει φανεί ότι μείωση 10 mmHg στη συστολική πίεση μειώνει τα σοβαρά καρδιαγγειακά επεισόδια κατά 20 % και τον κίνδυνο εγκεφαλικού σχεδόν στο μισό. Καθώς τα περιστατικά υπέρτασης αυξάνονται και η φυσική δραστηριότητα μειώνεται, η ανάγκη για συμπληρωματικές παρεμβάσεις γίνεται όλο και πιο επιτακτική.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια ομάδα ερευνητών ανέλυσε τη διαθέσιμη επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με τα οφέλη της εμβύθισης σε ζεστό νερό στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Οι επιστήμονες δημοσίευσαν τα συμπεράσματά τους στο Journal of Applied Physiology και κατέληξαν ότι η μέθοδος δείχνει πολλά υποσχόμενη, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά στα δεδομένα.

Εμβύθιση σε ζεστό νερό: Μια πρακτική με ιστορία

Η εμβύθιση σε ζεστό νερό, δηλαδή το ζεστό μπάνιο, αποτελεί μορφή παθητικής θερμοθεραπείας που εφαρμόζεται εδώ και αιώνες. Συνήθως γίνεται σε νερό θερμοκρασίας 39 έως 40°C, ενώ οι θερμοκρασίες που θεωρούνται ουδέτερες για το σώμα κυμαίνονται μεταξύ 33 και 37°C.

Η πρακτική αυτή συναντάται σε διαφορετικούς πολιτισμούς, από τα τουρκικά χαμάμ έως τις ρωμαϊκές θέρμες και τις σκανδιναβικές γεωθερμικές πηγές. Κοινό τους στοιχείο ήταν πάντοτε η χαλάρωση, η ευεξία και η αποκατάσταση.

Ιαπωνικές μελέτες έχουν δείξει ότι όσοι κάνουν συχνά ζεστό μπάνιο φαίνεται να έχουν χαμηλότερο κίνδυνο υπέρτασης και περίπου 28% μικρότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Ωστόσο, πρόκειται για παρατηρητικά δεδομένα και δεν αποδεικνύουν σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Τα πιθανά οφέλη αποδίδονται στην αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος και στις φυσιολογικές αντιδράσεις που ακολουθούν, οι οποίες μοιάζουν σε αρκετά σημεία με εκείνες της άσκησης.

Πρώιμες έρευνες έδειξαν ότι 15 έως 30 λεπτά μπάνιου σε θερμοκρασία 40,5 έως 43°C μπορούν να αυξήσουν την κεντρική θερμοκρασία του σώματος έως 40°C, να ανεβάσουν τους παλμούς έως 160 το λεπτό και να μειώσουν προσωρινά τη συστολική πίεση ακόμη και έως 60 mmHg.

Πώς επηρεάζει την αρτηριακή πίεση

Το ζεστό νερό προκαλεί άμεσες αλλαγές στην αρτηριακή πίεση μέσω πολλών μηχανισμών. Τα αιμοφόρα αγγεία διαστέλλονται, η ροή αίματος προς το δέρμα αυξάνεται και η συνολική αγγειακή αντίσταση μειώνεται, με αποτέλεσμα η πίεση να πέφτει προσωρινά. Η αυξημένη ροή αίματος δημιουργεί μηχανικά ερεθίσματα στα τοιχώματα των αγγείων, τα οποία ενεργοποιούν ευεργετικές προσαρμογές.

Σε τουλάχιστον μία οξεία μελέτη, η εμβύθιση στους 40°C βελτίωσε περισσότερο τη διαστολή των αγγείων σε σύγκριση με εμβύθιση στους 36°C, ενώ το νερό στους 34°C δεν εμφάνισε κάποιο επιπλέον όφελος σε σχέση με τη θερμοκρασία περιβάλλοντος. Αυτό δείχνει ότι η θερμοκρασία παίζει καθοριστικό ρόλο.

Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 ή περιφερική αρτηριακή νόσο, η επαναλαμβανόμενη εμβύθιση σε ζεστό νερό μείωσε την αρτηριακή πίεση και τους παλμούς, χωρίς όμως να βελτιώσει τη διαστολή των αγγείων. Πιθανή εξήγηση είναι ότι τα αγγεία που έχουν ήδη υποστεί βλάβη δεν ανταποκρίνονται το ίδιο εύκολα. Αυτό σημαίνει ότι η μείωση της πίεσης δεν απαιτεί απαραίτητα βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας.

Κατά τη διάρκεια της εμβύθισης, η καρδιακή παροχή μπορεί να διπλασιαστεί, καθώς αυξάνεται η ροή αίματος προς το δέρμα για την αποβολή θερμότητας. Η εφίδρωση μειώνει τον όγκο πλάσματος, κάτι που κανονικά θα περιόριζε την ποσότητα αίματος που επιστρέφει στην καρδιά. Ωστόσο, η πίεση που ασκεί το νερό στο σώμα διευκολύνει τη φλεβική επιστροφή και βοηθά στη διατήρηση του όγκου παλμού.

Η θερμότητα φαίνεται επίσης να ενεργοποιεί μηχανισμούς που ευνοούν τη δημιουργία νέων αγγείων. Ο αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας VEGF αυξάνεται κατά περίπου 60% μετά από 12 εβδομάδες εμβύθισης και συμβάλλει στην παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου, το οποίο βοηθά στη μείωση της πίεσης. Όταν ο VEGF αναστέλλεται στον άνθρωπο, η συστολική και η διαστολική πίεση αυξάνονται κατά περίπου 12 και 10 mmHg αντίστοιχα. Ενδιαφέρον είναι ότι σε εργαστηριακές μελέτες ο ορός αίματος ατόμων που είχαν κάνει εμβύθιση για 8 εβδομάδες προκάλεσε ανάπτυξη αγγείων ακόμη και χωρίς αύξηση του VEGF, κάτι που υποδηλώνει ότι συμμετέχουν και άλλοι παράγοντες.

Η παρατεταμένη αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος και των μυών μπορεί να οδηγήσει σε προσαρμογές, όπως αύξηση της μιτοχονδριακής πυκνότητας και της τριχοειδικής δικτύωσης στους σκελετικούς μύες, αλλά και αύξηση του όγκου πλάσματος και αίματος. Αυτές οι αλλαγές πιθανόν συμβάλλουν στη βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής ικανότητας που έχει παρατηρηθεί και μπορεί να συνδέονται και με τη μείωση της αρτηριακής πίεσης.

Πέρα από τις άμεσες επιδράσεις, η εμβύθιση ενεργοποιεί το αυτόνομο νευρικό σύστημα και προκαλεί ορμονικές και νεφρικές αντιδράσεις που ενδέχεται να στηρίζουν μακροπρόθεσμα χαμηλότερα επίπεδα πίεσης. Με επαναλαμβανόμενες συνεδρίες, αυξάνεται η παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου, ενισχύονται οι αντιοξειδωτικές άμυνες και ενδυναμώνεται η δραστηριότητα του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος, το οποίο συνδέεται με την ηρεμία. Έτσι περιορίζεται το οξειδωτικό στρες και βελτιώνεται η λειτουργία των αγγείων.

Η θερμότητα προκαλεί επίσης ορμονικές αλλαγές παρόμοιες με εκείνες της άσκησης. Η αλδοστερόνη μειώνεται κατά τη διάρκεια της εμβύθισης αλλά αυξάνεται μετά. Με επαναλαμβανόμενη έκθεση για 5 ημέρες, τα επίπεδά της παραμένουν αυξημένα, ένδειξη ότι ο οργανισμός προσαρμόζεται στη θερμότητα. Παράλληλα, αυξάνεται η συνολική πρωτεΐνη στο αίμα, γεγονός που βοηθά στη διατήρηση του αυξημένου όγκου αίματος.

Από την άλλη, οι περισσότερες μελέτες που έχουν εξετάσει επαναλαμβανόμενη εμβύθιση είναι μικρές και δεν χρησιμοποίησαν 24ωρη καταγραφή αρτηριακής πίεσης, που αποτελεί τη μέθοδο αναφοράς για την αξιολόγηση μόνιμων αλλαγών. Αυτό περιορίζει τη βεβαιότητα για τα μακροπρόθεσμα οφέλη.

Ορισμένες μελέτες ανέφεραν παρόμοιες 24ωρες μειώσεις της πίεσης ακόμη και με εμβύθιση σε ουδέτερη θερμοκρασία, γεγονός που υποδηλώνει ότι εκτός από τη θερμοκρασία, ρόλο μπορεί να παίζουν και άλλοι παράγοντες, όπως η υδροστατική πίεση του νερού ή η χαλάρωση που συνοδεύει το μπάνιο.

Πέρα από την αρτηριακή πίεση

Σε αντίθεση με τα φάρμακα που στοχεύουν κυρίως στη ρύθμιση της πίεσης, η εμβύθιση σε ζεστό νερό φαίνεται να προσφέρει περαιτέρω οφέλη. Έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα του ύπνου, να μειώσει δείκτες στρες και να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη ψυχολογική υγεία, πιθανώς λόγω της χαλάρωσης ή και της κοινωνικής διάστασης της εμπειρίας.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι το ζεστό μπάνιο θα πρέπει να θεωρείται συμπληρωματική επιλογή και όχι υποκατάστατο της αντιυπερτασικής αγωγής ή της τακτικής άσκησης. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες 42 έως 43°C και σε μεγαλύτερης ηλικίας άτομα που εκτίθενται σε κρύο περιβάλλον πριν από το μπάνιο. Πιο ρεαλιστική και ασφαλής προσέγγιση θεωρείται το νερό στους 39 έως 40°C για περίπου 30 λεπτά.

Συμπεράσματα και προοπτικές

Η εμβύθιση σε ζεστό νερό δείχνει ότι μπορεί να συμβάλει στη διαχείριση της υπέρτασης, όμως δεν είναι ακόμη σαφές ποια είναι η ιδανική διάρκεια, συχνότητα και για ποιους αποδίδει καλύτερα. Οι μεγαλύτερης διάρκειας συνεδρίες προκαλούν πιο έντονη προσωρινή μείωση της πίεσης, αλλά τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης και τον πληθυσμό.

Φαίνεται ότι τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα και όσοι λαμβάνουν ήδη αγωγή για υπέρταση εμφανίζουν πιο σταθερά οφέλη, ενώ οι νεότεροι και όσοι έχουν αθεράπευτη υπέρταση παρουσιάζουν μικτά ή περιορισμένα αποτελέσματα, με ορισμένες αυστηρές μελέτες να μην καταγράφουν μόνιμη μείωση στην 24ωρη μέτρηση.

Απαιτούνται περισσότερες και μεγαλύτερες μελέτες, με αξιόπιστες μεθόδους καταγραφής της αρτηριακής πίεσης, ώστε να διευκρινιστεί ποιοι ωφελούνται περισσότερο και πόσο διαρκούν τα αποτελέσματα.

Τελευταία τροποποίηση στις 13/02/2026 - 03:33