ACP: Νέες συστάσεις για τη μαστογραφία – Κάθε πότε προτείνει να κάνετε

ACP: Νέες συστάσεις για τη μαστογραφία – Κάθε πότε προτείνει να κάνετε
Freepik
Δευτέρα, 27/04/2026 - 13:27

Νέες οδηγίες του American College of Physicians προτείνουν μαστογραφία κάθε 2 χρόνια στις μεγαλύτερες γυναίκες, με σκοπό την πρόληψη του καρκίνου του μαστού.

Ο καρκίνος του μαστού είναι ένας από τους πιο συχνούς καρκίνους στις γυναίκες, καθώς κατά μέσο όρο, πάνω από 22 εκατ. νέες διαγνώσεις σημειώνονται ετησίως, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, με τις περισσότερες διαγνώσεις να αφορούν γυναίκες ηλικίας 50 ετών και άνω. Η διάμεση ηλικία διάγνωσης είναι τα 62 έτη, ενώ, αν και σπάνιο, είναι δυνατό να διαγνωστεί καρκίνος του μαστού και σε γυναίκες κάτω των 45 ετών.

Ο προσυμπτωματικός έλεγχος παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς επιτρέπει την έγκαιρη ανίχνευση, συχνά πριν εμφανιστούν συμπτώματα και όταν η νόσος είναι πιο εύκολα αντιμετωπίσιμη. Ωστόσο, για άτομα με χαμηλότερο κίνδυνο, οι πιθανές αρνητικές συνέπειες του ελέγχου, όπως τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα, η ψυχολογική επιβάρυνση και οι επιπλέον εξετάσεις, μπορεί να υπερτερούν των αβέβαιων οφελών.

Μια νέα κατευθυντήρια οδηγία από το American College of Physicians (ACP), που δημοσιεύτηκε στο Annals of Internal Medicine, επικαιροποιεί τις προηγούμενες συστάσεις και δίνει πιο σαφείς οδηγίες για το πότε πρέπει να ξεκινά και να διακόπτεται ο έλεγχος.

Τι προβλέπουν οι νέες οδηγίες

Οι νέες οδηγίες του ACP αναφέρουν ότι όλες οι ασυμπτωματικές γυναίκες με μέσο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού θα πρέπει να κάνουν μαστογραφία κάθε 2 χρόνια, από την ηλικία των 50 έως τα 74.

Ως γυναίκες μέσου κινδύνου ορίζονται όσες δεν έχουν προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, δεν φέρουν γνωστές γονιδιακές μεταλλάξεις υψηλού κινδύνου, όπως τα BRCA1 ή BRCA2, και δεν έχουν εκτεθεί σε υψηλές δόσεις ακτινοβολίας στον θώρακα σε νεαρή ηλικία.

Με βάση κλινικές οδηγίες υψηλής ποιότητας από διεθνείς οργανισμούς, το ACP καταλήγει ότι αυτή η ομάδα είναι πιο πιθανό να ωφεληθεί από τον προσυμπτωματικό έλεγχο με μαστογραφία.

Ο Amir Qaseem, εκ των συγγραφέων της μελέτης και επικεφαλής στον τομέα κλινικής πολιτικής και αξιολόγησης δεδομένων του American College of Physicians, εξήγησε στο Medical News Today τους λόγους πίσω από τη σύσταση για έλεγχο ανά 2ετία.

«Ο ετήσιος έλεγχος οδηγεί σε περισσότερα ψευδώς θετικά αποτελέσματα και περισσότερες βιοψίες σε σχέση με τον έλεγχο ανά 2ετία. Παράλληλα, επιβαρύνει περισσότερο τις ασθενείς και αυξάνει το κόστος, χωρίς να προκύπτει επιπλέον όφελος. Γι’ αυτό το ACP προτείνει οι γιατροί να ξεκινούν μαστογραφία ανά 2ετία σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου ηλικίας 50 έως 74 ετών», ανέφερε.

Την ίδια στιγμή, ενώ άλλες οδηγίες προτείνουν να ξεκινά ο έλεγχος από τα 40, το ACP συστήνει στις γυναίκες ηλικίας 40 έως 49 ετών να συζητούν με τον γιατρό τους τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους.

«Σε αυτές τις ηλικίες, η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από κοινού με τον γιατρό. Είναι προσωπική επιλογή. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο ατομικός κίνδυνος, οι προτιμήσεις της γυναίκας και η αβεβαιότητα γύρω από τα οφέλη και τις πιθανές αρνητικές συνέπειες», εξήγησε.

«Παρατηρείται μια μικρή μείωση στη θνησιμότητα μόνο στις ηλικίες 45 έως 49 ετών, χωρίς όμως διαφορά στα προχωρημένα περιστατικά, κάτι που πρέπει να σταθμιστεί σε σχέση με τις πιθανές επιπτώσεις», πρόσθεσε.

«Αυτές περιλαμβάνουν υπερδιάγνωση, υπερθεραπεία, ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, περισσότερες εξετάσεις, ψυχολογική επιβάρυνση από ψευδώς θετικά αποτελέσματα, αυξημένη έκθεση σε ακτινοβολία, αλλά και μείωση της συμμόρφωσης σε μελλοντικό έλεγχο», σημείωσε.

Τι ισχύει για μεγαλύτερες ηλικίες

Οι οδηγίες του ACP αναφέρονται και στις μεγαλύτερες ηλικίες. Για γυναίκες ηλικίας 75 ετών και άνω ή για όσες έχουν περιορισμένο προσδόκιμο ζωής, προτείνεται να συζητείται το ενδεχόμενο διακοπής του τακτικού ελέγχου.

«Η απόφαση για διακοπή του ελέγχου θα πρέπει να λαμβάνεται από κοινού με τον γιατρό σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου ηλικίας 75 ετών και άνω ή με περιορισμένο προσδόκιμο ζωής. Η συνέχιση του ελέγχου μετά τα 74 δεν φαίνεται να μειώνει τη θνησιμότητα, αλλά οδηγεί σε περισσότερες εξετάσεις και υπερδιαγνώσεις», είπε ο Amir Qaseem.

Παράλληλα, οι οδηγίες αναφέρουν ότι σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς μπορεί να εξεταστεί η χρήση συμπληρωματικής ψηφιακής τομοσύνθεσης μαστού.

«Οι γιατροί μπορούν να εξετάσουν τη χρήση DBT σε γυναίκες με πυκνότητα μαστού κατηγορίας BI-RADS C ή D, λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη, τους κινδύνους, την επιπλέον ακτινοβολία, τη διαθεσιμότητα και το κόστος. Ωστόσο, δεν συνιστάται η χρήση μαγνητικής τομογραφίας ή υπερηχογραφήματος ως συμπληρωματικός έλεγχος σε αυτές τις περιπτώσεις», επισήμανε ο ίδιος.

Η DBT είναι μια μορφή τρισδιάστατης μαστογραφίας που μπορεί να εντοπίζει πιο αποτελεσματικά τον καρκίνο σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς η αυξημένη πυκνότητα μαστού συνδέεται τόσο με μεγαλύτερο κίνδυνο καρκίνου όσο και με μεγαλύτερη πιθανότητα να μην εντοπιστεί στη συμβατική μαστογραφία, ιδιαίτερα στις κατηγορίες BI-RADS C και D.

Τι λένε οι ειδικοί

Το ACP επισημαίνει ότι στόχος των νέων οδηγιών είναι να βοηθήσει τις γυναίκες να κατανοήσουν καλύτερα τις επιλογές τους σχετικά με τη συχνότητα του ελέγχου, τα ηλικιακά όρια και τις διαθέσιμες απεικονιστικές μεθόδους, καθώς και να καθοδηγήσει τους γιατρούς στον προσυμπτωματικό έλεγχο.

Τονίζει επίσης ότι οι αποφάσεις θα πρέπει να βασίζονται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και να προσαρμόζονται στις ανάγκες κάθε γυναίκας.

Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί εκφράζουν ανησυχίες ότι οι οδηγίες βασίζονται σε παλαιότερα δεδομένα και ενδέχεται να οδηγήσουν σε περισσότερους θανάτους.

Η Debra Patt, αντιπρόεδρος στο Texas Oncology, σχολίασε τις νέες οδηγίες, μιλώντας στο Medical News Today.

«Ανησυχούμε ότι αυτές οι οδηγίες θα οδηγήσουν σε καθυστερημένες διαγνώσεις, ιδιαίτερα σε γυναίκες 40 έως 49 ετών και σε όσες έχουν πυκνούς μαστούς. Το American College of Radiology και η Society for Breast Imaging έχουν εκφράσει παρόμοιες ανησυχίες. Για να είμαστε σαφείς, η ετήσια μαστογραφία σε γυναίκες 40 έως 49 ετών με μέσο κίνδυνο οδηγεί σε πιο έγκαιρη διάγνωση και σώζει ζωές. Αντίθετα, γυναίκες άνω των 50 ετών με μέσο κίνδυνο και μέση πυκνότητα μαστού μπορούν να ελέγχονται με ασφάλεια ανά 2ετία», ανέφερε.

Τόνισε επίσης τη σημασία της συζήτησης με τον γιατρό για τις επιλογές ελέγχου.

«Ο προσυμπτωματικός έλεγχος είναι βασικό μέρος της πρόληψης. Όπως η σωστή διατροφή και η άσκηση, συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου χρόνιων νοσημάτων και στη διατήρηση της υγείας», εξήγησε η ίδια.

«Οι γυναίκες με πυκνούς μαστούς μπορούν να ωφεληθούν από πιο ενισχυμένες στρατηγικές ελέγχου. Αν δεν τις ακολουθήσουν, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καθυστερημένης διάγνωσης. Επιπλέον, όσες έχουν ισχυρό οικογενειακό ιστορικό ή άλλους παράγοντες κινδύνου μπορεί να χρειάζονται πιο εντατικό έλεγχο. Ο προσυμπτωματικός έλεγχος σώζει ζωές. Όσο αυξάνεται η ενημέρωση, περισσότερες γυναίκες κάνουν εξετάσεις, διαγιγνώσκονται νωρίτερα και έχουν καλύτερη έκβαση», κατέληξε.