Ο πνευμονιόκοκκος είναι ένα από τα συχνότερα βακτήρια του αναπνευστικού συστήματος. Ειδικότερα, υπολογίζεται ότι φορείς του είναι το 20% έως 40% των παιδιών και το 5% έως 10% των ενηλίκων και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω των σταγονιδίων που απελευθερώνονται με τον βήχα, το φτέρνισμα ή τη στενή επαφή
Η παρουσία του βακτηρίου στον οργανισμό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα αρρωστήσετε, καθώς πολλοί από τους φορείς δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, μπορεί να εξαπλωθεί από τον ρινοφάρυγγα σε άλλα σημεία του σώματος και να προκαλέσει λοίμωξη. Αυτό συμβαίνει ευκολότερα όταν η άμυνα του οργανισμού είναι εξασθενημένη, λόγω ορισμένων υποκείμενων παθήσεων, κάποιας φαρμακευτικής αγωγής ή έπειτα από μια ιογενή λοίμωξη του αναπνευστικού, όπως η γρίπη.
Ο πνευμονιόκοκκος μπορεί να προκαλέσει από σχετικά συχνές λοιμώξεις, όπως ωτίτιδα και ιγμορίτιδα, μέχρι πνευμονία. Αποτελεί, μάλιστα, τη συχνότερη αιτία βακτηριακής πνευμονίας που εκδηλώνεται εκτός νοσοκομείου. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, το βακτήριο μπορεί να περάσει στο αίμα ή να προσβάλει τις μήνιγγες, προκαλώντας βακτηριαιμία, σήψη ή μηνιγγίτιδα. Όταν η λοίμωξη φτάσει στο αίμα ή σε άλλο σημείο του σώματος όπου κανονικά δεν υπάρχουν βακτήρια, ονομάζεται διεισδυτική πνευμονιοκοκκική νόσος. Σύμφωνα με το ECDC, η πνευμονιοκοκκική πνευμονία εκδηλώνεται περίπου σε έναν ανά 1.000 ενήλικες κάθε χρόνο.
Μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης διατρέχουν τα παιδιά κάτω των 2 ετών, οι άνθρωποι άνω των 65 ετών, οι καπνιστές και όσοι έχουν χρόνια νοσήματα ή εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Οι λοιμώξεις είναι συχνότερες τους χειμερινούς μήνες.
Ο εμβολιασμός αποτελεί το βασικό μέτρο πρόληψης απέναντι στις σοβαρές πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις. Δείτε ποιοι πρέπει να κάνουν το εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου, καθώς και ποιο εμβόλιο συστήνεται ανάλογα με τον ασθενή.
Ποιοι ενήλικες πρέπει να κάνουν το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου
Όπως αναφέρουν οι τελευταίες οδηγίες του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμού Ενηλίκων του υπουργείου Υγείας, όλοι οι ενήλικες ηλικίας 65 ετών και άνω πρέπει να κάνουν μία δόση του εμβολίου PCV20, εφόσον δεν το έχουν ήδη κάνει. Μετά τη συγκεκριμένη δόση δεν χρειάζεται να ακολουθήσει άλλο πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο και δεν προβλέπεται επανάληψη ανά λίγα χρόνια.
Σε ηλικίες από 18 έως 64 ετών, το εμβόλιο δεν συνιστάται σε όλους, αλλά σε όσους διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής πνευμονιοκοκκικής λοίμωξης. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν άτομα με:
- εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα,
- χρόνια καρδιοπάθεια, με εξαίρεση την αρτηριακή υπέρταση όταν υπάρχει μόνη της,
- χρόνια πνευμονοπάθεια,
- χρόνια ηπατική νόσο,
- χρόνια νεφρική ανεπάρκεια,
- σακχαρώδη διαβήτη,
- κοχλιακό εμφύτευμα,
- διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού,
- χρόνιο αλκοολισμό,
- ή βαρύ κάπνισμα.
Και σε αυτές τις περιπτώσεις συνιστάται μία δόση PCV20.
Στις καταστάσεις που εξασθενούν το ανοσοποιητικό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η λοίμωξη HIV, ορισμένες συγγενείς ανοσοανεπάρκειες, η λευχαιμία, το λέμφωμα, το πολλαπλούν μυέλωμα, η μεταμόσχευση οργάνου, η απουσία ή δυσλειτουργία του σπλήνα, καθώς και η λήψη ανοσοκατασταλτικής θεραπείας ή η ακτινοθεραπεία.
Αν είστε κάτω των 65 ετών, είστε υγιείς και δεν ανήκετε σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες, το ελληνικό πρόγραμμα δεν συστήνει να κάνετε προληπτικά το εμβόλιο.
Εμβόλιο πνευμονιόκοκκου - Τι ισχύει για τα παιδιά
Ο εμβολιασμός κατά του πνευμονιόκοκκου περιλαμβάνεται στα εμβόλια ρουτίνας της παιδικής ηλικίας. Οι τελευταίες οδηγίες του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων, συνιστούν το συγκεκριμένο εμβόλιο Υπουργεί σε όλα τα υγιή παιδιά από την ηλικία των δύο μηνών έως και τους 59 μήνες, δηλαδή μέχρι να συμπληρώσουν τα πέντε έτη.
Για τα υγιή βρέφη, το συνηθισμένο σχήμα περιλαμβάνει τρεις δόσεις: στους δύο, στους τέσσερις και στους 12 μήνες. Χρησιμοποιείται κατά προτίμηση το PCV20, ενώ το PCV15 παραμένει αποδεκτή εναλλακτική. Δεν χρειάζεται να γίνουν και τα δύο.
Το PCV20 καλύπτει περισσότερους ορότυπους από το PCV15 και η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών αναφέρει ότι πλεονεκτεί συγκριτικά λόγω της ευρύτερης κάλυψης. Η Επιτροπή, πάντως, δεν διευκρινίζει για ποιον συγκεκριμένο λόγο διατηρεί το PCV15 ως εναλλακτική για τα υγιή παιδιά ούτε αναφέρει κάποια κατηγορία παιδιών στην οποία το PCV15 υπερέχει.
Τα πρόωρα βρέφη και τα παιδιά που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης ακολουθούν ενισχυμένο σχήμα PCV20 με τέσσερις δόσεις: στους δύο, τέσσερις, έξι και 12–15 μήνες. Στις ομάδες αυξημένου κινδύνου περιλαμβάνονται παιδιά με σοβαρή καρδιοπάθεια, χρόνια πνευμονοπάθεια, κυστική ίνωση, χρόνια νεφρική νόσο, διαβήτη, κοχλιακό εμφύτευμα, διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού, ασπληνία, ανοσοανεπάρκεια, HIV, κακοήθεια ή μεταμόσχευση.
Εάν ένα παιδί ξεκινήσει τον εμβολιασμό αργότερα, έχει χάσει κάποια δόση ή έχει ήδη κάνει διαφορετικό πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο, το σχήμα προσαρμόζεται ανάλογα με την ηλικία και τις προηγούμενες δόσεις. Σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται έλεγχος του βιβλιαρίου από τον παιδίατρο και όχι επανέναρξη του εμβολιασμού από την αρχή.
Παρενέργειες του πνευμονιοκοκκικού εμβολίου
Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και το εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες. Ωστόσο, δεν εμφανίζονται σε όλους.
Συχνές παρενέργειες
Σύμφωνα με την επίσημη σελίδα του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Αγγλίας (NHS), οι συχνότερες παρενέργειες του πνευμονιοκοκκικού εμβολίου περιλαμβάνουν:
- πρήξιμο ή πόνο στο σημείο της ένεσης
- υψηλό πυρετό
- αίσθημα κόπωσης
- απώλεια όρεξης
Τα βρέφη και τα παιδιά μπορούν επίσης να παρουσιάσουν αδιαθεσία και ευερεθιστότητα.








