Μια απλή αλλαγή στις ώρες των γευμάτων μπορεί να αποτελέσει μια πολλά υποσχόμενη νέα προσέγγιση για την αντιμετώπιση της νόσου Χάντινγκτον, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Υγείας και Επιστήμης του Όρεγκον. Ειδικότερα, σε πιλοτική μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ασθενείς με νόσο Χάντινγκτον σε πρώιμο στάδιο μπορούσαν να ακολουθήσουν με ασφάλεια μια μορφή διαλειμματικής νηστείας, κατά την οποία όλα τα γεύματα καταναλώνονται μέσα σε διάστημα 6 έως 8 ωρών την ημέρα.
Οι συμμετέχοντες δεν έχασαν βάρος χωρίς να το επιδιώκουν, ενώ παρουσίασαν βελτίωση στη βαρύτητα της νόσου, στα επίπεδα ενός βιοδείκτη που συνδέεται με τη βλάβη των νευρικών κυττάρων και στην ικανότητα των κυττάρων τους να παράγουν ενέργεια.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Metabolism και προέρχονται από την πρώτη κλινική μελέτη που εξετάζει τη χρονικά περιορισμένη διατροφή σε ασθενείς με νόσο Χάντινγκτον.
«Είναι η πρώτη φορά που αυτή η προσέγγιση μελετάται επίσημα σε ανθρώπους με νόσο Χάντινγκτον», εξήγησε ο Russell Wells, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
«Διαπιστώσαμε ότι οι συμμετέχοντες μπορούσαν να τηρήσουν το πρόγραμμα των γευμάτων και να διατηρήσουν σταθερό το βάρος τους, ενώ παράλληλα παρουσίασαν ενθαρρυντικές βελτιώσεις σε σημαντικούς κλινικούς και βιολογικούς δείκτες της νόσου. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι αξίζει να εξεταστεί περαιτέρω η χρονικά περιορισμένη διατροφή σε μια μεγαλύτερη κλινική δοκιμή».
Η νόσος Χάντινγκτον είναι μια σπάνια, κληρονομική νευρολογική πάθηση, η οποία καταστρέφει σταδιακά τα νευρικά κύτταρα που ελέγχουν την κίνηση, τις νοητικές λειτουργίες και τη ρύθμιση των συναισθημάτων. Σύμφωνα με τον Wells, μπορεί να συγκριθεί με την ταυτόχρονη εμφάνιση της νόσου Πάρκινσον, της νόσου Αλτσχάιμερ και της αμυοτροφικής πλευρικής σκλήρυνσης (ALS).
Κάθε παιδί γονέα με νόσο Χάντινγκτον έχει 50% πιθανότητες να κληρονομήσει τη γονιδιακή μετάλλαξη που την προκαλεί. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μεταξύ 30 και 50 ετών και επιδεινώνονται σταδιακά σε διάστημα 10 έως 25 ετών.
Παρότι η γενετική αιτία της νόσου είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες, μέχρι σήμερα δεν έχει εγκριθεί κάποια θεραπεία που να επιβραδύνει ή να ανακόπτει την εξέλιξή της.
Διαλειμματική νηστεία
Η ιδέα για τη μελέτη βασίστηκε σε προηγούμενες έρευνες σε ζώα, οι οποίες είχαν δείξει ότι η διαλειμματική νηστεία μπορεί να ενεργοποιήσει κυτταρικούς μηχανισμούς που συμβάλλουν στην προστασία των κυττάρων του εγκεφάλου. Οι ερευνητές, ωστόσο, δεν γνώριζαν εάν θα ήταν ασφαλής για τους ασθενείς με νόσο Χάντινγκτον, καθώς πολλοί από αυτούς αντιμετωπίζουν ήδη πρόβλημα ανεπιθύμητης απώλειας βάρους.
Οι συγκεκριμένες ανησυχίες έκαναν αρχικά επιφυλακτική την Amie Hiller, καθηγήτρια Νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή του OHSU, διευθύντρια του Κέντρου Έρευνας, Εκπαίδευσης και Κλινικής Αντιμετώπισης της Νόσου Πάρκινσον της Υπηρεσίας Βετεράνων στο Πόρτλαντ και κύρια συγγραφέα της μελέτης.
«Όταν ο Russell μού παρουσίασε για πρώτη φορά την ιδέα, ήμουν επιφυλακτική. Η απώλεια βάρους αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για πολλούς ασθενείς με νόσο Χάντινγκτον. Επομένως, η ιδέα να τους ζητήσουμε να τρώνε μόνο μέσα σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας φαινόταν παράλογη.
Αυτό που μας ενθουσίασε ήταν ότι οι συμμετέχοντες κατάφεραν να διατηρήσουν το βάρος τους, ενώ παράλληλα παρουσίασαν ενδείξεις ότι η παρέμβαση μπορεί να επηρεάζει θετικά την ίδια τη νόσο», είπε η Hiller.
Στη μελέτη συμμετείχαν 20 ενήλικες με νόσο Χάντινγκτον σε πρώιμο στάδιο. Καθένας επέλεξε ένα ωράριο γευμάτων που ταίριαζε στην καθημερινότητά του, συνήθως από αργά το πρωί έως νωρίς το βράδυ, και το ακολούθησε για 12 εβδομάδες. Οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να συνεχίσουν να καταναλώνουν τον ίδιο αριθμό θερμίδων και παρακολουθούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης το βάρος τους και τυχόν προβλήματα ασφάλειας.
Οι συμμετέχοντες φάνηκε να ανέχονται καλά το πρόγραμμα. Κατά μέσο όρο, το ακολουθούσαν περισσότερες από πέντε ημέρες την εβδομάδα, ανέφεραν λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες και διατήρησαν τόσο το βάρος όσο και την άλιπη μάζα του σώματός τους. Οι περισσότεροι χρειάστηκαν μόλις μία έως δύο εβδομάδες για να προσαρμοστούν.
Ενδείξεις βελτίωσης
Οι ερευνητές εντόπισαν ενθαρρυντικές ενδείξεις ότι η συγκεκριμένη διατροφική παρέμβαση θα μπορούσε να επηρεάζει την εξέλιξη της νόσου.
Οι συμμετέχοντες παρουσίασαν κατά μέσο όρο βελτίωση κατά 0,5 μονάδα στη σύνθετη Ενιαία Κλίμακα Αξιολόγησης της Νόσου Χάντινγκτον (cUHDRS), η οποία χρησιμοποιείται ευρέως για την αξιολόγηση της βαρύτητας της νόσου. Στους ασθενείς που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο, η συγκεκριμένη βαθμολογία συνήθως μειώνεται κατά περίπου μία μονάδα τον χρόνο.
Παράλληλα, τα επίπεδα της ελαφριάς αλυσίδας νευροϊνιδίων (NfL) στο αίμα μειώθηκαν κατά μέσο όρο κατά 13%. Πρόκειται για έναν βιοδείκτη που απελευθερώνεται όταν υφίστανται βλάβη τα νευρικά κύτταρα. Στη νόσο Χάντινγκτον, τα επίπεδά του συνήθως αυξάνονται όσο εξελίσσεται η νόσος.
«Παρατηρήσαμε αντιστροφή της πορείας που κανονικά θα περιμέναμε. Τα επίπεδα της ελαφριάς αλυσίδας νευροϊνιδίων συνήθως αυξάνονται όσο συνεχίζεται ο νευροεκφυλισμός. Έπειτα από τρεις μήνες, όμως, παρατηρήσαμε σημαντική μείωση. Για μια πιλοτική μελέτη, αυτό ήταν ένα αξιοσημείωτο εύρημα», επισήμανε ο Wells.
Η White συνέχισε να εφαρμόζει τη χρονικά περιορισμένη διατροφή και μετά την ολοκλήρωση της μελέτης, καθώς πιστεύει ότι τη βοήθησε να διατηρήσει τις νοητικές της λειτουργίες.
«Πολλοί μου έχουν πει ότι, για μια γυναίκα 52 ετών με τόσες ακούσιες κινήσεις, εξακολουθώ να έχω πλήρη επίγνωση και καθαρή σκέψη. Προσπαθώ να λύνω καθημερινά το σταυρόλεξο των New York Times και πιστεύω ότι η χρονικά περιορισμένη διατροφή με έχει βοηθήσει», υπογράμμισε.
Η ερευνητική ομάδα εξέτασε επίσης τη λειτουργία των μιτοχονδρίων στα κύτταρα του αίματος των συμμετεχόντων. Τα μιτοχόνδρια παράγουν την ενέργεια που χρειάζονται τα κύτταρα, ενώ τα προβλήματα στην παραγωγή ενέργειας αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου Χάντινγκτον.
Μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης, οι ερευνητές διαπίστωσαν βελτίωση σε αρκετούς δείκτες της λειτουργίας των μιτοχονδρίων.
«Μια θεωρία είναι ότι η νηστεία λειτουργεί ως ένας ήπιος παράγοντας στρες, ο οποίος αναγκάζει τα κύτταρα να λειτουργούν πιο αποτελεσματικά. Εάν τα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των κυττάρων του εγκεφάλου, γίνουν καλύτερα στην παραγωγή ενέργειας και στην αντιμετώπιση του στρες, ενδέχεται να αντέχουν περισσότερο απέναντι στις επιπτώσεις της νόσου», είπε ο Wells
Επειδή η μελέτη ήταν μικρή και δεν περιλάμβανε ομάδα σύγκρισης, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν πως η χρονικά περιορισμένη διατροφή επιβραδύνει τη νόσο Χάντινγκτον. Θα χρειαστούν μεγαλύτερες, τυχαιοποιημένες και ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, ώστε να διαπιστωθεί εάν τα οφέλη είναι πραγματικά και εάν διατηρούνται σε βάθος χρόνου.
Ωστόσο, οι ερευνητές θεωρούν τα αποτελέσματα ιδιαίτερα ελπιδοφόρα, καθώς πρόκειται για μια σχετικά απλή παρέμβαση, την οποία θα μπορούσαν να εφαρμόσουν πολλοί άνθρωποι.








