Τα μάτια δεν αποκαλύπτουν μόνο τα συναισθήματά μας. Σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη, μπορεί να «προδίδουν» και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η προσοχή μας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι πολύ μικρές μεταβολές στη διάμετρο της κόρης των ματιών ίσως αποτελούν έναν ακόμη δείκτη για τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), χωρίς όμως να μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως διαγνωστικό εργαλείο.
Τα μάτια λέγεται πως είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Οι επιστήμονες, όμως, αρχίζουν να πιστεύουν ότι ίσως προσφέρουν και μια εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η προσοχή σας.
Το στοιχείο δεν βρίσκεται απαραίτητα στο πού κοιτάζετε, αλλά στις ανεπαίσθητες αλλαγές στο μέγεθος της κόρης των ματιών σας, καθώς ο εγκέφαλος προσπαθεί να θυμηθεί κάτι, να αγνοήσει έναν περισπασμό ή να πάρει μια απόφαση.
Μια νέα μελέτη δείχνει ότι αυτός ο «ρυθμός» των αντιδράσεων της κόρης μπορεί να διαφέρει διακριτικά στα παιδιά με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).
Τι είναι η ΔΕΠΥ και γιατί είναι δύσκολη η διάγνωσή της
Η ΔΕΠΥ είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στη συγκέντρωση, την υπερκινητικότητα ή την παρορμητικότητα. Ωστόσο, η προσοχή δεν λειτουργεί σαν διακόπτης που είναι είτε «ανοιχτός» είτε «κλειστός». Μπορεί να παραμένει σταθερή για λίγο και αμέσως μετά να αποσπάται.
Γι' αυτό και δεν υπάρχει μία μόνο εξέταση που να διαγιγνώσκει τη ΔΕΠΥ. Η διάγνωση βασίζεται σε ιατρική αξιολόγηση, στο ιστορικό του ατόμου και στην παρατήρηση της συμπεριφοράς του σε διαφορετικά περιβάλλοντα, όπως το σπίτι και το σχολείο.
Το πείραμα με τις κόρες των ματιών
Ερευνητές από το Indraprastha Institute of Information Technology στο Δελχί αποφάσισαν να εξετάσουν αν οι κόρες των ματιών μπορούν να προσθέσουν ακόμη ένα κομμάτι στο παζλ της ΔΕΠΥ. Ανέλυσαν εκ νέου δεδομένα οφθαλμικής παρακολούθησης από 50 παιδιά ηλικίας 10 έως 12 ετών στη Χιλή. Από αυτά, τα 28 είχαν ΔΕΠΥ συνδυασμένου τύπου και τα 22 δεν είχαν κάποια νευροαναπτυξιακή διάγνωση.
Τα παιδιά συμμετείχαν σε ένα παιχνίδι μνήμης: παρακολουθούσαν κουκκίδες να εμφανίζονται σε ένα πλέγμα και έπρεπε να θυμούνται τις θέσεις τους. Στη συνέχεια εμφανιζόταν μια εικόνα που λειτουργούσε ως περισπασμός και ακολουθούσε μια νέα κουκκίδα. Τα παιδιά έπρεπε να αποφασίσουν αν η θέση της είχε εμφανιστεί προηγουμένως.
Η διαδικασία επαναλήφθηκε 160 φορές, ενώ ειδικός ανιχνευτής κατέγραφε τη διάμετρο της κόρης των ματιών τους 1.000 φορές το δευτερόλεπτο.
Τι αποκάλυψαν οι κόρες των ματιών
Οι κόρες των ματιών δεν αντιδρούν μόνο στο φως. Μεταβάλλονται επίσης ανάλογα με τη νοητική προσπάθεια, την εγρήγορση, την κόπωση και το επίπεδο εμπλοκής σε μια δραστηριότητα.
Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες μελέτες εξέταζαν το μέσο μέγεθος της κόρης. Η συγκεκριμένη ερευνητική ομάδα, όμως, ενδιαφέρθηκε για κάτι διαφορετικό: πόσο σταθερά αντιδρούσαν οι κόρες κάθε παιδιού στην ίδια γνωστική πρόκληση.
Όπως εξήγησε η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, η επιστήμονας υπολογιστών Saumya Yadav, η μεταβλητότητα της αντίδρασης από δοκιμή σε δοκιμή μπορεί να αποκαλύπτει πληροφορίες που δεν φαίνονται όταν εξετάζεται μόνο ο μέσος όρος ή η συμπεριφορική επίδοση.
Αφού οι ερευνητές συνυπολόγισαν την ηλικία, τον δείκτη νοημοσύνης και τη δυσκολία της άσκησης, διαπίστωσαν ότι τα παιδιά με ΔΕΠΥ που δεν λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή εμφάνιζαν περίπου 23% μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις αντιδράσεις της κόρης των ματιών τους σε σχέση με την ομάδα ελέγχου.
Περισσότερες διακυμάνσεις μεταξύ των δοκιμών, λιγότερες μέσα στην ίδια δοκιμή
Το ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι η μεταβλητότητα δεν εμφανιζόταν με τον ίδιο τρόπο. Οι αντιδράσεις της κόρης παρουσίαζαν μεγαλύτερες διαφορές από δοκιμή σε δοκιμή, αλλά μικρότερες διακυμάνσεις μέσα στην ίδια δοκιμή στα παιδιά με ΔΕΠΥ που δεν έπαιρναν φάρμακα.
Αυτό υποδηλώνει ότι οι δύο τρόποι μέτρησης καταγράφουν διαφορετικές πτυχές της λειτουργίας της προσοχής.
Παράλληλα, τα παιδιά με ΔΕΠΥ που εμφάνιζαν μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις κόρες των ματιών τους έτειναν να κάνουν περισσότερα λάθη στη δοκιμασία μνήμης. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι αλλαγές αυτές ίσως αντικατοπτρίζουν διακυμάνσεις στην προσοχή ή στη νοητική εμπλοκή.
Ο ρόλος της φαρμακευτικής αγωγής
Δεκαεπτά παιδιά με ΔΕΠΥ πραγματοποίησαν το ίδιο τεστ δύο φορές: μία αφού είχαν διακόψει τη λήψη μεθυλφαινιδάτης για 24 ώρες και μία αφού είχαν λάβει τη συνήθη αγωγή τους.
Όταν λάμβαναν το φάρμακο, οι κόρες των ματιών τους αντιδρούσαν πιο έντονα κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας και εμφάνιζαν μικρότερες διαφορές μεταξύ των επαναλήψεων. Επιπλέον, το συνολικό μοτίβο και ο χρονισμός των αντιδράσεων έμοιαζαν περισσότερο με εκείνα των παιδιών χωρίς ΔΕΠΥ. Παρότι αυτό μπορεί να φαίνεται σαν «ομαλοποίηση» της προσοχής, οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι δεν μπορούν να καταλήξουν σε αυτό το συμπέρασμα.
Η μεθυλφαινιδάτη επηρεάζει άμεσα και τα φυσιολογικά συστήματα που ρυθμίζουν το μέγεθος της κόρης. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί αν οι αλλαγές οφείλονται στη βελτίωση της προσοχής, στη φαρμακευτική δράση ή και στα δύο.
Επιπλέον, οι ερευνητές δεν γνώριζαν την ακριβή δόση ή τη μορφή του φαρμάκου που λάμβανε κάθε παιδί, ενώ οι δύο μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν με διαφορά περίπου έξι μηνών. Αυτό σημαίνει ότι η ωρίμανση των παιδιών ή η εξοικείωση με το τεστ θα μπορούσαν επίσης να έχουν επηρεάσει τα αποτελέσματα.
Μπορούν τα μάτια να διαγνώσουν τη ΔΕΠΥ;
Η απάντηση είναι όχι, τουλάχιστον όχι ακόμη.
Παρότι το στατιστικό μοντέλο εντόπισε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις αντιδράσεις των κορών, η σύγκριση μεταξύ των ίδιων των παιδιών δεν έφτασε το απαιτούμενο επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας όταν εφαρμόστηκαν αυστηρές διορθώσεις.
Επίσης, η σχέση ανάμεσα στη μεγαλύτερη μεταβλητότητα της κόρης και τη χαμηλότερη ακρίβεια στις απαντήσεις δεν ήταν σημαντικά ισχυρότερη στα παιδιά με ΔΕΠΥ σε σύγκριση με τα παιδιά της ομάδας ελέγχου.
Όπως επισημαίνει η Saumya Yadav, είναι ακόμη πολύ νωρίς για να θεωρηθούν οι μετρήσεις της κόρης των ματιών κλινικό διαγνωστικό εργαλείο.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Η μελέτη ήταν μικρή, βασίστηκε σε ήδη υπάρχοντα δεδομένα και πραγματοποιήθηκε σε αυστηρά ελεγχόμενο εργαστηριακό περιβάλλον. Η καθημερινότητα μιας σχολικής τάξης είναι πολύ πιο σύνθετη και γεμάτη περισπασμούς.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες σε διαφορετικούς πληθυσμούς για να διαπιστωθεί αν αυτά τα μοτίβα στις κόρες των ματιών εμφανίζονται με συνέπεια και σε πραγματικές συνθήκες.
Αν επιβεβαιωθούν, η οφθαλμική παρακολούθηση δεν θα αντικαταστήσει τους γιατρούς, τις συνεντεύξεις ή τις συμπεριφορικές αξιολογήσεις. Θα μπορούσε, όμως, να λειτουργήσει συμπληρωματικά, προσφέροντας μια αντικειμενική εικόνα για το πώς μεταβάλλεται η προσοχή ενός ατόμου με την πάροδο του χρόνου ή πώς ανταποκρίνεται στη θεραπεία.
Προς το παρόν, λοιπόν, τα μάτια δεν μπορούν να διαγνώσουν τη ΔΕΠΥ. Ίσως όμως μπορούν να αποκαλύψουν κάτι που συνήθως παραμένει αόρατο: τις συνεχείς μετατοπίσεις της προσοχής, καθώς χάνεται και επανέρχεται από στιγμή σε στιγμή.








