Η δίαιτα carnivore είναι ένα διατροφικό πρότυπο που βασίζεται αποκλειστικά σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης, με αυτούς που την ακολουθούν να αποφεύγουν φυτικές και άλλες τροφές που θεωρούνται υγιεινές σύμφωνα με την επιστήμη, όπως είναι τα φρούτα, τα λαχανικά, τα όσπρια και οι ξηροί καρποί.
Ειδικότερα, σε σχετική έρευνα, ενήλικες που δήλωσαν ότι ακολουθούσαν τη δίαιτα carnivore ανέφεραν ότι κατανάλωναν τα εξής:
- μοσχάρι και άλλα κόκκινα κρέατα
- γαλακτοκομικά προϊόντα
- αυγά
- εντόσθια
- χοιρινό
- πουλερικά, όπως κοτόπουλο και γαλοπούλα
- επεξεργασμένα κρέατα, όπως αλλαντικά και μπέικον
- θαλασσινά
Στη δίαιτα περιλαμβάνονται συχνά και ο μυελός των οστών, καθώς και ο ζωμός οστών.
Η συγκεκριμένη διατροφή έχει γνωρίσει αυξημένη δημοτικότητα τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω των ισχυρισμών ότι προσφέρει οφέλη για την υγεία. Παρ’ όλα αυτά, τα επιστημονικά δεδομένα που τη στηρίζουν παραμένουν ελάχιστα ή ανύπαρκτα.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η συχνή κατανάλωση επεξεργασμένων κρεάτων στο πλαίσιο της δίαιτας carnivore μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική πρόσληψη νατρίου. Μία διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής νόσου.
Τα πιθανά οφέλη της δίαιτας carnivore
1. Μπορεί να μειώσει το σάκχαρο στο αίμα
Η δίαιτα carnivore ενδέχεται να συμβάλλει στη μείωση του σακχάρου στο αίμα, κάτι που μπορεί να φανεί χρήσιμο σε άτομα με διαβήτη ή υπεργλυκαιμία. Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για μία διατροφή εξαιρετικά χαμηλή σε υδατάνθρακες.
Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι δίαιτες χαμηλές ή μηδενικές σε υδατάνθρακες μπορεί να βοηθήσουν στη ρύθμιση του σακχάρου, ιδιαίτερα σε άτομα με διαβήτη τύπου δύο. Σε σύγκριση με τα άλλα μακροθρεπτικά συστατικά, οι υδατάνθρακες έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, γεγονός που εξηγεί γιατί τέτοιες δίαιτες θεωρείται ότι μειώνουν τη συνολική γλυκόζη.
Ωστόσο, τα δεδομένα για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μίας διατροφής χαμηλής σε υδατάνθρακες και βασισμένης αποκλειστικά σε ζωικά τρόφιμα παραμένουν περιορισμένα.
2. Μπορεί να βελτιώσει την αντίσταση στην ινσουλίνη
Η δίαιτα carnivore έχει επίσης συσχετιστεί με πιθανή βελτίωση της αντίστασης στην ινσουλίνη, δηλαδή της κατάστασης κατά την οποία τα κύτταρα δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στην ινσουλίνη, την ορμόνη που επιτρέπει στη γλυκόζη να εισέρχεται στα κύτταρα.
Αν και δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η ίδια η δίαιτα carnivore βελτιώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, υπάρχουν δεδομένα που στηρίζουν γενικότερα τις δίαιτες χαμηλές σε υδατάνθρακες.
Σύμφωνα με έρευνες, ο περιορισμός των υδατανθράκων μπορεί να αυξήσει συγκεκριμένες πρωτεΐνες στο αίμα που ενισχύουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Όταν τα κύτταρα είναι πιο ευαίσθητα στην ινσουλίνη, μπορούν να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα τη γλυκόζη για παραγωγή ενέργειας.
Ωστόσο, άλλες μελέτες δείχνουν ότι μία διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες μπορεί να επιδεινώσει την αντίσταση στην ινσουλίνη σε υγιείς ενήλικες. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται προσοχή.
3. Μπορεί να καλύψει τις ανάγκες σε πρωτεΐνη
Ως διατροφή που βασίζεται αποκλειστικά σε ζωικά τρόφιμα, η δίαιτα carnivore είναι φυσικά πλούσια σε πρωτεΐνη.
Η πρωτεΐνη είναι απαραίτητο μακροθρεπτικό συστατικό, σημαντικό για τη δομή του σώματος και πολλές βασικές λειτουργίες. Συμμετέχει επίσης στη δημιουργία ενζύμων και αντισωμάτων.
Η γενική σύσταση για πρόσληψη πρωτεΐνης είναι 0,8 γρ. ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως, αν και οι ανάγκες μπορεί να είναι αυξημένες σε αθλητές, μεγαλύτερους σε ηλικία ενήλικες και άτομα με ορισμένες παθήσεις.
Δεδομένου ότι τα ζωικά τρόφιμα αποτελούν εξαιρετική πηγή πρωτεΐνης, η κάλυψη των αναγκών είναι συνήθως εύκολη στη δίαιτα carnivore.
Ωστόσο, η υπερβολική πρόσληψη πρωτεΐνης μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις. Μία διατροφή με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη και έλλειψη άλλων θρεπτικών συστατικών έχει συνδεθεί με προβλήματα στα νεφρά, μειωμένη υγεία των οστών και άλλες επιπλοκές.
4. Μπορεί να διευκολύνει την απώλεια βάρους
Όπως συμβαίνει και με άλλες δίαιτες υψηλές σε πρωτεΐνη, η δίαιτα carnivore ενδέχεται να συμβάλει στην απώλεια βάρους.
Σύμφωνα με μελέτες, η αυξημένη πρόσληψη πρωτεΐνης σε σχέση με τις γενικές συστάσεις έχει συσχετιστεί με ευκολότερη απώλεια βάρους. Παράλληλα, ορισμένες μακροχρόνιες κλινικές μελέτες δείχνουν ότι μία διατροφή υψηλή σε πρωτεΐνη μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση του χαμένου βάρους.
Η πρωτεΐνη μειώνει τα επίπεδα της γκρελίνης, της ορμόνης που προκαλεί το αίσθημα της πείνας, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η όρεξη και η συνολική πρόσληψη θερμίδων.
Παρόλα αυτά, η δίαιτα carnivore μπορεί να οδηγήσει σε πολύ γρήγορη απώλεια βάρους, κάτι που γενικά θεωρείται μη ασφαλές. Πιο ασφαλής και αποτελεσματική θεωρείται η σταδιακή απώλεια βάρους, έως περίπου 0,5 έως 1 κιλό την εβδομάδα.
5. Μπορεί να επηρεάσει τη διάθεση
Υποστηρικτές της δίαιτας carnivore αναφέρουν ότι η τήρησή της μπορεί να βελτιώσει τη διάθεση και την ψυχική υγεία.
Σύμφωνα με ανασκοπήσεις μελετών, τα άτομα που καταναλώνουν κρέας εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους σε σύγκριση με όσους δεν τρώνε κρέας, όπως οι vegan και οι χορτοφάγοι. Ωστόσο, οι λόγοι πίσω από αυτή τη συσχέτιση δεν είναι σαφείς και αρκετές από τις μελέτες παρουσίαζαν μεθοδολογικές αδυναμίες.
Άλλες έρευνες έχουν εντοπίσει πιθανά οφέλη των διαιτών χαμηλών σε υδατάνθρακες στη διάθεση και στις αγχώδεις διαταραχές, πιθανώς μέσω της μείωσης της φλεγμονής. Παρ’ όλα αυτά, τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένουν περιορισμένα και βασίζονται κυρίως σε προσωπικές αναφορές.
Πιθανοί κίνδυνοι
Η δίαιτα carnivore δεν είναι κατάλληλη για όλους, καθώς συνδέεται με συγκεκριμένους κινδύνους και παρενέργειες.
Παρενέργειες: Άτομα που ακολουθούν τη δίαιτα carnivore έχουν αναφέρει συμπτώματα όπως διάρροια, δυσκοιλιότητα, αύξηση βάρους, μυϊκές κράμπες, τριχόπτωση, αϋπνία, ξηρό δέρμα και διαταραχές στον έμμηνο κύκλο. Επιπλέον, δίαιτες με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες έχουν συνδεθεί με ναυτία, κόπωση και αφυδάτωση.
Προσοχή: Η δίαιτα carnivore είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και λιπαρά, αλλά φτωχή σε υδατάνθρακες και άλλα βασικά θρεπτικά συστατικά. Για τον λόγο αυτό, δεν ενδείκνυται για παιδιά, εγκύους ή άτομα που θηλάζουν, καθώς στερείται θρεπτικών στοιχείων απαραίτητων για αυτές τις ομάδες. Άτομα με παθήσεις στα νεφρά ενδέχεται επίσης να χρειάζεται να την αποφεύγουν.
Υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά: Τα ζωικά τρόφιμα περιέχουν συνήθως αυξημένες ποσότητες κορεσμένων λιπαρών, τα οποία έχουν συνδεθεί με αυξημένη χοληστερίνη και μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιακής νόσου. Η υπερβολική κατανάλωσή τους μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αύξηση βάρους. Οι ειδικοί συστήνουν τα κορεσμένα λιπαρά να μην ξεπερνούν το 10% της ημερήσιας πρόσληψης θερμίδων.
Χαμηλή πρόσληψη συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών: Τα ζωικά τρόφιμα δεν παρέχουν επαρκείς ποσότητες ορισμένων θρεπτικών συστατικών που βρίσκονται κυρίως σε φυτικές τροφές. Οι φυτικές ίνες, απαραίτητες για την υγεία του πεπτικού, απουσιάζουν πλήρως, καθώς υπάρχουν μόνο σε τρόφιμα όπως φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, ξηροί καρποί και σπόροι. Επιπλέον, λείπουν φυτοχημικά και αντιοξειδωτικά, γεγονός που μπορεί να αυξήσει μακροπρόθεσμα τον κίνδυνο ορισμένων ασθενειών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να απαιτείται η λήψη πολυβιταμινούχου συμπληρώματος.
Αξίζει να σημειωθεί επιπλέον ότι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της δίαιτας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες.
Τέλος, αν και έχουν αναφερθεί βραχυπρόθεσμες βελτιώσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, καμία μελέτη δεν έχει εξετάσει συστηματικά τους μακροπρόθεσμους κινδύνους ή τα οφέλη της δίαιτας carnivore. Οι ειδικοί εξακολουθούν να εκφράζουν ανησυχίες ότι η μακροχρόνια εφαρμογή της μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιακής νόσου και άλλων προβλημάτων υγείας.








