Αλτσχάιμερ: Σταθεροποίηση ή βελτίωση για σχεδόν το 83% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακο Leqembi

Αλτσχάιμερ: Σταθεροποίηση ή βελτίωση για σχεδόν το 83% των ασθενών που έλαβαν το φάρμακο Leqembi
Robina Weermeijer / Unsplash
Τρίτη, 21/07/2026 - 13:15

Το φάρμακο Leqembi για τη νόσο Αλτσχάιμερ συνδέθηκε με σταθεροποίηση ή βελτίωση της κατάστασης σε περισσότερους από 3 στους 4 συμμετέχοντες.

Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει θεραπεία που να θεραπεύει τη νόσο Αλτσχάιμερ. Οι διαθέσιμες επιλογές περιλαμβάνουν αλλαγές στον τρόπο ζωής, θεραπευτικές παρεμβάσεις και φάρμακα, τα οποία μπορεί να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου και να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.

Ορισμένα φάρμακα, τα οποία είναι γνωστά ως αντιαμυλοειδείς θεραπείες, αποσκοπούν στη μείωση της συσσώρευσης πλακών βήτα αμυλοειδούς στον εγκέφαλο, ενός χαρακτηριστικού γνωρίσματος της νόσου. Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες έχουν αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητά τους.

Κατά τη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ, σημαντικός στόχος είναι να παραμένει σταθερή η κλινική κατάσταση του ασθενούς. Αυτό μπορεί να τον βοηθήσει να διατηρήσει τη γνωστική λειτουργία, την αυτονομία και την ποιότητα ζωής του για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Νέα μελέτη σε πραγματικές συνθήκες, η οποία παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Αλτσχάιμερ του 2026 διαπίστωσε ότι περισσότεροι από 3 στους 4 ανθρώπους με νόσο Αλτσχάιμερ σε πρώιμο στάδιο, οι οποίοι έλαβαν την αντιαμυλοειδή θεραπεία Leqembi, λεκανεμάμπη, παρέμειναν στο ίδιο στάδιο της νόσου έπειτα από 17 μήνες θεραπείας κατά μέσο όρο.

Τα δεδομένα παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, αλλά δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί από ομότιμους ούτε έχουν δημοσιευτεί σε επιστημονικό περιοδικό.

Πώς λειτουργεί το φάρμακο Lequembi κατά του Αλτσχάιμερ

Οι φαρμακευτικές εταιρείες Eisai και Biogen παρουσίασαν σε ανακοινώσεις Τύπου τα ευρήματα της μελέτης LEADER, η ονομασία της οποίας προέρχεται από τη φράση «λεκανεμάμπη στην πρώιμη νόσο Αλτσχάιμερ». Πρόκειται για μια αναδρομική ανάλυση που βρίσκεται σε εξέλιξη και εξετάζει τη χρήση της λεκανεμάμπης στην καθημερινή κλινική πράξη, σε πολλά κέντρα υγείας στις ΗΠΑ.

Σε αντίθεση με τις τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, στις οποίες οι θεραπείες εξετάζονται κάτω από αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες, η LEADER εξέτασε την πορεία ασθενών που λάμβαναν Leqembi στο πλαίσιο της συνηθισμένης ιατρικής φροντίδας.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Leqembi έλαβε άδεια κυκλοφορίας στις 15 Απριλίου 2025. Πρόκειται για το πρώτο φάρμακο στην ΕΕ που στοχεύει μία από τις υποκείμενες διεργασίες της νόσου Αλτσχάιμερ και όχι μόνο τα συμπτώματά της.

Η ευρωπαϊκή έγκριση αφορά ενηλίκους με ήπια νοητική διαταραχή ή ήπια άνοια λόγω της νόσου Αλτσχάιμερ, οι οποίοι έχουν επιβεβαιωμένες πλάκες βήτα αμυλοειδούς στον εγκέφαλο και κανένα ή μόνο ένα αντίγραφο του APOE ε4. Οι ασθενείς που έχουν δύο αντίγραφα του APOE ε4 δεν περιλαμβάνονται στην ευρωπαϊκή έγκριση, επειδή διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών απεικονιστικών ανωμαλιών που σχετίζονται με το αμυλοειδές, γνωστών ως ARIA.

Το Leqembi περιέχει τη δραστική ουσία λεκανεμάμπη, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που προσδένεται στο βήτα αμυλοειδές και μειώνει τις πλάκες αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Στην Ευρώπη χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση μία φορά κάθε δύο εβδομάδες. Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει και να πραγματοποιείται υπό την επίβλεψη γιατρού με εμπειρία στη διάγνωση και την αντιμετώπιση της νόσου Αλτσχάιμερ, ενώ απαιτείται παρακολούθηση με μαγνητικές τομογραφίες.

Οι επιδράσεις που είχε το φάρμακο στους ασθενείς με Αλτσχάιμερ

Η ενδιάμεση ανάλυση περιέλαβε 432 συμμετέχοντες, οι οποίοι είχαν λάβει τουλάχιστον 7 εγχύσεις Leqembi και για τους οποίους υπήρχαν επαρκή δεδομένα παρακολούθησης, ώστε να αξιολογηθούν τυχόν αλλαγές στο στάδιο της νόσου.

Οι ερευνητές τόνισαν ότι τα αποτελέσματα της θεραπείας ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοια ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, την εθνική καταγωγή και την παρουσία της παραλλαγής APOE e4, η οποία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το 75,9% των ασθενών παρέμεινε κλινικά σταθερό κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ενώ ένα επιπλέον 6,6% μετακινήθηκε σε προηγούμενο στάδιο της νόσου.

Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το 83% των συμμετεχόντων που μπορούσαν να αξιολογηθούν είτε παρέμεινε σταθερό είτε παρουσίασε βελτίωση, αφού έλαβε Leqembi για 17 μήνες κατά μέσο όρο.

Ο Dung Trinh, επικεφαλής ιατρικός διευθυντής της Healthy Brain Clinic, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, επισήμανε στο Medical News Today:

«Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η λεκανεμάμπη φαίνεται να μπορεί να χορηγηθεί και να παρακολουθείται στην καθημερινή κλινική πράξη. Το 75,9% των ασθενών που μπορούσαν να αξιολογηθούν παρέμεινε στο ίδιο γενικό στάδιο της νόσου, ενώ ένα επιπλέον 6,6% μετακινήθηκε από την κατηγορία της ήπιας άνοιας σε εκείνη της ήπιας νοητικής διαταραχής, έπειτα από περίπου 17 μήνες κατά μέσο όρο».

«Τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, αλλά στη συγκεκριμένη μελέτη σταθερότητα σήμαινε ότι οι ασθενείς παρέμειναν στο ίδιο γενικό κλινικό στάδιο. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν παρουσίασαν καμία έκπτωση των νοητικών ή λειτουργικών ικανοτήτων τους», εξήγησε ο Trinh.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι σχεδόν το 87% επέλεξε να συνεχίσει τη θεραπεία, στοιχείο που δείχνει ότι μεγάλο ποσοστό των ασθενών συνέχισε τη θεραπεία στην καθημερινή κλινική πράξη.

«Η παραμονή σε ένα πρώιμο στάδιο της νόσου Αλτσχάιμερ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί να έχει ουσιαστική σημασία για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, επειδή μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της αυτονομίας, της επικοινωνίας, της συμμετοχής στην οικογενειακή ζωή και της ικανότητας λήψης αποφάσεων και σχεδιασμού για το μέλλον», υπογράμμισε ο Trinh.

«Ωστόσο, ο όρος ‘κλινικά σταθερός’ πρέπει να ερμηνεύεται με προσοχή, επειδή η κατάσταση των ασθενών μπορεί να συνεχίσει να επιδεινώνεται εντός του σταδίου της ήπιας νοητικής διαταραχής ή της ήπιας άνοιας, χωρίς να περάσουν στην επόμενη κατηγορία. Επομένως, το εύρημα αποτελεί μια ενθαρρυντική ένδειξη από την καθημερινή κλινική πράξη και όχι εγγύηση ότι κάθε ασθενής θα ωφεληθεί. Οι ασθενείς που μετακινήθηκαν από την ήπια άνοια στην ήπια νοητική διαταραχή δεν πρέπει να περιγράφονται ως άτομα που θεραπεύτηκαν ή στα οποία αντιστράφηκε η νόσος Αλτσχάιμερ», πρόσθεσε.

Τα στοιχεία για την ασφάλεια συμφωνούν με προηγούμενες μελέτες

Το προφίλ ασφάλειας που καταγράφηκε στη μελέτη ήταν γενικά σύμφωνο με τα αποτελέσματα προηγούμενων κλινικών δοκιμών και με τις εγκεκριμένες από τον FDA πληροφορίες του φαρμάκου.

Οι απεικονιστικές ανωμαλίες που σχετίζονται με το αμυλοειδές, γνωστές ως ARIA, αποτελούν γνωστή ανεπιθύμητη ενέργεια των αντιαμυλοειδών θεραπειών και μπορεί να περιλαμβάνουν οίδημα στον εγκέφαλο ή μικρές περιοχές αιμορραγίας. Η συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια εμφανίστηκε στο 12,3% των συμμετεχόντων, αλλά σύμφωνα με τους ερευνητές οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν ήπιες και δεν συνοδεύονταν από συμπτώματα.

Οι ερευνητές ανέφεραν επίσης ενθαρρυντικά ευρήματα για τους ασθενείς που πέρασαν σε ενδοφλέβια θεραπεία συντήρησης μία φορά τον μήνα.

Από τους 432 συμμετέχοντες, οι 155 πέρασαν σε ενδοφλέβια θεραπεία συντήρησης μία φορά κάθε 4 εβδομάδες. Από αυτούς, το 72,3% παρέμεινε σταθερό και το 8,4% παρουσίασε βελτίωση.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τη μελλοντική αντιμετώπιση της νόσου Αλτσχάιμερ

Οι ερευνητές σχεδιάζουν να συνεχίσουν να παρακολουθούν τους συμμετέχοντες στη μελέτη LEADER, ώστε να αξιολογήσουν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Σε αυτά περιλαμβάνονται η συνέχιση της θεραπείας από τους ασθενείς, οι στρατηγικές για τη δοσολογία συντήρησης και η αποτελεσματικότητα νεότερων τρόπων χορήγησης, όπως οι υποδόριες μορφές που μελετώνται αυτή την περίοδο.

Καθώς οι θεραπείες που τροποποιούν την πορεία της νόσου Αλτσχάιμερ γίνονται ευρύτερα διαθέσιμες, μελέτες πραγματικών δεδομένων όπως η LEADER μπορεί να βοηθήσουν τους γιατρούς να κατανοήσουν ποιοι ασθενείς ωφελούνται περισσότερο και πόσο αποτελεσματικές είναι αυτές οι θεραπείες εκτός του περιβάλλοντος των κλινικών δοκιμών.

Ωστόσο, οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές εξακολουθούν να παρέχουν τα ισχυρότερα στοιχεία για τον προσδιορισμό της αποτελεσματικότητας μιας θεραπείας, ενώ οι παρατηρητικές μελέτες θεωρούνται συμπληρωματικές πηγές πληροφοριών.

«Τα αποτελέσματα δεν αλλάζουν ουσιαστικά τα κριτήρια για τη χορήγηση της θεραπείας ούτε τις καθιερωμένες απαιτήσεις ασφάλειας. Μπορεί, ωστόσο, να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των γιατρών ότι η λεκανεμάμπη μπορεί να ενταχθεί στη συνηθισμένη φροντίδα, εφόσον υπάρχουν τα απαραίτητα συστήματα διάγνωσης, απεικόνισης, παρακολούθησης και συντονισμού της περίθαλψης».

«Οι αποφάσεις πρέπει να εξακολουθήσουν να λαμβάνονται ξεχωριστά για κάθε ασθενή και να συνυπολογίζουν την επιβεβαίωση της παρουσίας αμυλοειδούς, το γεγονός ότι η θεραπεία αναμένεται να επιβραδύνει και όχι να σταματήσει την έκπτωση, τον κίνδυνο εμφάνισης ARIA και αιμορραγίας, την παρουσία της παραλλαγής APOE ε4, την παρακολούθηση με μαγνητική τομογραφία, τη χρήση αντιπηκτικών ή αντιθρομβωτικών φαρμάκων, την επιβάρυνση που συνεπάγεται η θεραπεία, τους στόχους του ασθενούς και τη διαθέσιμη υποστήριξη από τους φροντιστές», ανέφερε ο Trinh.

«Τα ευρήματα υπογραμμίζουν επίσης τη σημασία μιας συντονισμένης διαδικασίας. Αυτή πρέπει να αρχίζει με την αναγνώριση και την αξιολόγηση της νόσου στην πρωτοβάθμια φροντίδα, να χρησιμοποιεί σωστά τους βιοδείκτες αίματος για την αρχική διαλογή, να περιλαμβάνει επιβεβαίωση από ειδικό και αξιολόγηση της ετοιμότητας του ασθενούς να αρχίσει θεραπεία και να συνεχίζεται με παρακολούθηση σε συνεργασία μεταξύ των ειδικών και των γιατρών της πρωτοβάθμιας φροντίδας», κατέληξε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ