Η «έκτη αίσθηση» του σώματος που ρυθμίζει πείνα, αναπνοή και καρδιακό ρυθμό

Η «έκτη αίσθηση» του σώματος που ρυθμίζει πείνα, αναπνοή και καρδιακό ρυθμό
Zac Durant / Unsplash
Δευτέρα, 13/07/2026 - 13:05

Οι άνθρωποι έχουν μια «έκτη αίσθηση» που πιθανότατα δεν έχετε ακούσει ποτέ και φαίνεται να είναι καθοριστική για την υγεία.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι έχουν 5 αισθήσεις. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι διαθέτουμε και μια έκτη αίσθηση, μέσω της οποίας αντιλαμβανόμαστε λειτουργίες που μπορεί να μην είναι ορατές, αλλά βρίσκονται σε συνεχή εξέλιξη, όπως ο καρδιακός ρυθμός, η αναπνοή, η πείνα και η θερμοκρασία του σώματος.

Ονομάζεται ενδοδεκτικότητα και είναι η ικανότητα του σώματος να αντιλαμβάνεται και να ερμηνεύει όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του.

«Παρόλο που συνήθως δεν της δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική αίσθηση, καθώς διασφαλίζει ότι όλα τα συστήματα του σώματος λειτουργούν όσο το δυνατόν καλύτερα. Μας ειδοποιεί όταν κάτι στο σώμα μας δεν βρίσκεται σε ισορροπία, κάνοντάς μας, για παράδειγμα, να αναζητήσουμε νερό όταν διψάμε ή να βγάλουμε το πουλόβερ μας όταν ζεσταινόμαστε πολύ», έγραψαν ερευνητές σχετικής μελέτης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neuroscience & Biobehavioral Reviews.

Μέχρι εδώ, τα πράγματα φαίνονται απλά.

Οι ερευνητές, όμως, αρχίζουν πλέον να διαπιστώνουν ότι η ενδοδεκτικότητα δεν περιορίζεται μόνο στη ρύθμιση των βιολογικών μας αναγκών. Ενδέχεται επίσης να παίζει ρόλο σε μια σειρά από προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως το άγχος, η κατάθλιψη, η διαταραχή μετατραυματικού στρες και οι διατροφικές διαταραχές.

Η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, αλλά η βασική ιδέα είναι ότι η επίγνωση της μυϊκής έντασης, της αναπνοής και του καρδιακού ρυθμού μπορεί να μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για το αν μια κατάσταση είναι ασφαλής ή όχι.

Όταν αυτή η διαδικασία διαταράσσεται, μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση προβλημάτων ψυχικής υγείας.

Για παράδειγμα, ένα άτομο με άγχος μπορεί, κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής αλληλεπίδρασης, να αντιλαμβάνεται πολύ έντονα τον καρδιακό του ρυθμό, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ακόμη πιο άβολα.

Η προαναφερθείσα έδειξε ότι η ενδοδεκτικότητα διαφέρει σημαντικά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ειδικότερα, οι γυναίκες παρουσίασαν χαμηλότερη ακρίβεια σε δοκιμασίες που αφορούσαν την αντίληψη του καρδιακού ρυθμού.

«Αυτό ενδέχεται να εξηγεί εν μέρει γιατί το άγχος και η κατάθλιψη εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες μετά την εφηβεία», έγραψαν οι επιστήμονες. Τόνισαν, ωστόσο, ότι η σχέση αυτή είναι σύνθετη και δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως.

Δεν είναι, όμως, οι μόνες που εξετάζουν αυτή τη σύνδεση.

Πείραμα που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό eBioMedicine εξέτασε πώς επηρεάζει η πείνα τη διάθεση και έδειξε ότι τα άτομα που αντιλαμβάνονταν με μεγαλύτερη ακρίβεια τα εσωτερικά σήματα του σώματός τους παρουσίαζαν μικρότερες διακυμάνσεις στη διάθεση σε σχέση με όσα είχαν χαμηλότερη ενδοδεκτική ικανότητα.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πεινούσαν ποτέ. Απλώς φαίνεται ότι μπορούσαν να διατηρούν πιο σταθερή τη διάθεσή τους», έγραψε στο The Conversation ο Nils Kroemer, ιατρικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Τίμπινγκεν στη Γερμανία και εκ των συγγραφέων της μελέτης.

Μία από τις πιο εντυπωσιακές ενδείξεις για τον ρόλο της ενδοδεκτικότητας προέρχεται από έρευνα επιστημόνων του UCLA σε άτομα με νευρική ανορεξία.

Η βασική υπόθεση είναι ότι τα άτομα με ανορεξία έχουν πάψει να μπορούν να «ακούσουν» τα εσωτερικά σήματα πείνας του σώματός τους.

Για να εξετάσουν την ενδοδεκτικότητα, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα καταπόσιμο χάπι που προκαλούσε δονήσεις μέσα στο πεπτικό σύστημα. Με αυτόν τον τρόπο διαπίστωσαν ότι τα άτομα με ανορεξία πράγματι δυσκολεύονταν να αντιληφθούν τα συγκεκριμένα σήματα, ακόμη και μετά την ανάκτηση του βάρους τους.

«Τα άτομα με νευρική ανορεξία δεν αγνοούν απλώς τα σήματα που στέλνει το σώμα τους», ανέφερε ο Sahib Khalsa, νευροεπιστήμονας στο UCLA και κύριος συγγραφέας της μελέτης.

«Αντίθετα, το νευρικό τους σύστημα μπορεί να επεξεργάζεται διαφορετικά τις αισθήσεις που προέρχονται από το έντερο, με αποτέλεσμα αυτά τα σήματα να γίνονται πιο δύσκολο να εντοπιστούν, να θεωρηθούν αξιόπιστα και να αξιοποιηθούν. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να συμβάλει στην επιμονή των συμπτωμάτων, ακόμη και μετά την αποκατάσταση του βάρους».

Δεν έχουν πειστεί, ωστόσο, όλοι οι ερευνητές. Άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology υποστήριξε ότι «η ενδοδεκτικότητα δεν υπάρχει».

Οι συγγραφείς, με επικεφαλής τον Felix Schoeller, γνωσιακό επιστήμονα στο MIT, παραδέχτηκαν ότι επέλεξαν έναν προκλητικό τίτλο για να τραβήξουν την προσοχή. Στην πραγματικότητα, όμως, υποστηρίζουν ότι οι ερευνητές ενδέχεται να εντάσσουν κάτω από τον ευρύ όρο της ενδοδεκτικότητας πολλές διαφορετικές λειτουργίες, απλοποιώντας υπερβολικά ένα πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο.

«Παρόλο που ο τίτλος του άρθρου είναι σκόπιμα προκλητικός, στόχος του είναι να αναδείξει ένα κρίσιμο πρόβλημα στον συγκεκριμένο ερευνητικό τομέα. Ο όρος ‘ενδοδεκτικότητα’ χρησιμοποιείται συχνά με τρόπο που δεν αποτυπώνει την πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία των φαινομένων που υποτίθεται ότι περιγράφει», έγραψε η ερευνητική ομάδα.

Και ίσως να έχουν δίκιο. Ο Barry Smith από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι μπορεί να διαθέτουν έως και 33 διαφορετικές αισθήσεις.

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερα αισθητηριακά ερεθίσματα από όσα συνειδητοποιεί. Ακόμη και αν δεν υπάρχουν ακόμη συγκεκριμένες ονομασίες για όλες αυτές τις αισθήσεις, φαίνεται ότι επηρεάζουν την ευεξία μας πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε.

«Η καλύτερη κατανόηση όλων των παραγόντων που επηρεάζουν την ενδοδεκτική ικανότητα μπορεί στο μέλλον να συμβάλει στην ανάπτυξη αποτελεσματικότερων θεραπειών για πολλές καταστάσεις ψυχικής υγείας», έγραψαν η Prentice και η Murphy.