Μια απλή εξέταση αίματος μπορεί να προβλέψει πόσο καλά θα ανταποκριθούν ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού σε στοχευμένες θεραπείες, ακόμη και πριν ξεκινήσει η θεραπεία.
Ερευνητική ομάδα από το Institute of Cancer Research (ICR) στο Λονδίνο χρησιμοποίησε τη λεγόμενη «υγρή βιοψία» για να ανιχνεύσει πολύ μικρές ποσότητες DNA καρκινικών κυττάρων στο αίμα. Η ανάλυση έγινε στην αρχή της θεραπείας και ξανά τέσσερις εβδομάδες αργότερα. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες συνέκριναν τα επίπεδα αυτού του DNA με την πορεία της νόσου των ασθενών, όπως το πόσο γρήγορα εξελίχθηκε ο καρκίνος και πόσο καλά ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία.
Παρακολούθηση της θεραπείας χωρίς επεμβατικές μεθόδους
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Cancer Research, βασίστηκαν σε δεδομένα από τη μελέτη plasmaMATCH. Οι ερευνητές ανέλυσαν κυκλοφορούν DNA όγκου (ctDNA), δηλαδή γενετικό υλικό που απελευθερώνουν τα καρκινικά κύτταρα στο αίμα.
Διαπιστώθηκε ότι τα χαμηλά επίπεδα ctDNA στην αρχή της θεραπείας συνδέονταν με καλύτερη ανταπόκριση. Το ίδιο ίσχυε και μετά από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η πορεία της θεραπείας μπορεί να παρακολουθείται με μια απλή εξέταση αίματος, χωρίς επεμβατικές διαδικασίες. Έτσι, οι ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται καλά στην θεραπεία, θα μπορούσαν να κατανοήσουν ότι πρέπει να ακολουθήσουν διαφορετική.
Η μελέτη περιέλαβε 167 άτομα με προχωρημένο καρκίνο του μαστού και χρηματοδοτήθηκε από οργανισμούς όπως το Breast Cancer Now, το Cancer Research UK και το NIHR Biomedical Research Centre.
Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες:
- Πρώτη ομάδα: Ασθενείς με συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις (όπως ESR1, HER2, AKT1 ή PTEN), οι οποίοι έλαβαν στοχευμένες θεραπείες ανάλογα με τη μετάλλαξή τους.
- Δεύτερη ομάδα: Ασθενείς με τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού, χωρίς μεταλλάξεις που να μπορούν να στοχευτούν. Αυτοί έλαβαν συνδυασμό δύο φαρμάκων, του olaparib και του ceralasertib.
Καλύτερα αποτελέσματα για όσους είχαν χαμηλό ctDNA
Στη δεύτερη ομάδα, οι ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ctDNA πριν την έναρξη της θεραπείας είχαν σαφώς καλύτερη πορεία: ο καρκίνος παρέμεινε υπό έλεγχο για περίπου 10 μήνες, έναντι 4 μηνών για όσους είχαν υψηλότερα επίπεδα. Επίσης, το 40% των ασθενών με χαμηλό ctDNA ανταποκρίθηκε στη θεραπεία, σε σύγκριση με μόλις 9,7% όσων είχαν υψηλό ctDNA.
Στην πρώτη ομάδα, η συσχέτιση ήταν πιο αδύναμη, αλλά παρέμενε εμφανής. Ιδιαίτερα σημαντικά ήταν τα αποτελέσματα μετά από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας: ασθενείς των οποίων το ctDNA δεν ήταν πλέον ανιχνεύσιμο είχαν πολύ καλύτερη πρόγνωση. Ο καρκίνος τους παρέμεινε υπό έλεγχο για περίπου 10,6 μήνες, έναντι 3,5 μηνών για όσους είχαν ακόμα ανιχνεύσιμο ctDNA.
Παρόμοια εικόνα παρατηρήθηκε και στη δεύτερη ομάδα: όσοι δεν είχαν ανιχνεύσιμο ctDNA μετά από τέσσερις εβδομάδες είχαν τον καρκίνο τους υπό έλεγχο για περίπου 12 μήνες, ενώ στους υπόλοιπους για μόλις 4 μήνες. Τα ποσοστά ανταπόκρισης στη θεραπεία ήταν εντυπωσιακά υψηλότερα στους πρώτους.
Ελπίδα για πιο εξατομικευμένη θεραπεία
Τα νέα αυτά ευρήματα βασίζονται σε προηγούμενη έρευνα της ίδιας ομάδας, η οποία είχε δείξει ότι οι υγρές βιοψίες μπορούν να εντοπίζουν με ακρίβεια τις γενετικές αλλαγές του καρκίνου και να βοηθούν στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας.
Οι ερευνητές σκοπεύουν τώρα να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα σε μεγαλύτερες μελέτες. Ήδη, η χρήση τέτοιων εξετάσεων αξιολογείται σε νέες κλινικές δοκιμές, όπως η μελέτη SERENA-6.
Η δρ Iseult Browne, πρώτη συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε ότι βρέθηκε ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ των επιπέδων ctDNA και της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Όπως τόνισε, οι ασθενείς με χαμηλό ή μη ανιχνεύσιμο ctDNA είχαν σταθερά καλύτερα αποτελέσματα.
Ο καθηγητής Nicholas Turner, επικεφαλής της έρευνας, ανέφερε ότι «μια απλή εξέταση αίματος μπορεί να δείξει πολύ νωρίς αν μια θεραπεία αποδίδει. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχύτερες, πιο εξατομικευμένες και πιο αποτελεσματικές αποφάσεις για τους ανθρώπους που ζουν με μεταστατικό καρκίνο του μαστού».








