Γρίπη και κορωνοϊός: Πώς επιδρούν μακροχρόνια στον εγκέφαλο

Γρίπη και κορωνοϊός: Πώς επιδρούν μακροχρόνια στον εγκέφαλο
Shawn Day / Unsplash
Παρασκευή, 27/02/2026 - 06:28

Μακροχρόνιες επιπτώσεις του κορωνοϊού στον εγκέφαλο σε σύγκριση με τη γρίπη - Τι δείχνει νέα μελέτη.

Ακόμη και μια ήπια λοίμωξη από κορωνοϊό ή γρίπη μπορεί να αφήσει αποτύπωμα στον οργανισμό πολύ μετά την υποχώρηση του πυρετού και του βήχα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Immunology.

«Η μελέτη αυτή ίσως εξηγεί γιατί ορισμένοι άνθρωποι δεν αισθάνονται ότι έχουν αναρρώσει πλήρως για εβδομάδες ή και μήνες μετά τη λοίμωξη», ανέφεραν οι επιστήμονες του Tulane University.

Ειδικότερα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, παρότι και οι δύο ιοί μπορούν να προκαλέσουν μακροχρόνιες βλάβες στους πνεύμονες, μόνο η λοίμωξη από κορωνοϊό συνδέθηκε με επίμονη φλεγμονή στον εγκέφαλο και βλάβη στα μικρά αιμοφόρα αγγεία, ακόμη και όταν ο ιός δεν ήταν πλέον ανιχνεύσιμος.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Frontiers in Immunology, βοηθούν να κατανοηθεί γιατί η long COVID συχνά συνοδεύεται από νευρολογικά συμπτώματα όπως «ομίχλη» εγκεφάλου, κόπωση και αλλαγές στη διάθεση, ενώ η γρίπη σχετίζεται συχνότερα με επιπλοκές από το αναπνευστικό.

«Η γρίπη και η COVID-19 επηρεάζουν μεγάλους πληθυσμούς παγκοσμίως και έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη δημόσια υγεία, όμως οι μηχανισμοί πίσω από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις τους παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασαφείς», εξήγησε ο Xuebin Qin, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και καθηγητής μικροβιολογίας και ανοσολογίας στο Tulane National Biomedical Research Center.

Σύγκριση των μακροχρόνιων επιπτώσεων

Για να διαχωρίσουν τι οφείλεται γενικά σε μια σοβαρή λοίμωξη του αναπνευστικού και τι είναι ειδικό για τον κορωνοϊό, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μοντέλο ποντικιών και εξέτασαν ιστούς πνευμόνων και εγκεφάλου μετά την αποδρομή της λοίμωξης.

Στους πνεύμονες, και οι δύο ιοί άφησαν παρόμοια εικόνα: ανοσοκύτταρα που δεν «απενεργοποιήθηκαν» πλήρως και αυξημένη εναπόθεση κολλαγόνου, μιας πρωτεΐνης που σχετίζεται με την ουλοποίηση. Αυτές οι αλλαγές μπορούν να κάνουν τον πνευμονικό ιστό πιο άκαμπτο και να δυσκολεύουν την αναπνοή, κάτι που θα μπορούσε να εξηγεί γιατί κάποιοι άνθρωποι αναφέρουν επίμονη δύσπνοια μετά από λοιμώξεις του αναπνευστικού.

Όταν όμως οι ερευνητές εξέτασαν πιο προσεκτικά τα δεδομένα, εντόπισαν μια σημαντική διαφορά. Μετά από γρίπη, οι πνεύμονες έδειχναν να ενεργοποιούν μηχανισμούς επιδιόρθωσης, στέλνοντας εξειδικευμένα κύτταρα στις κατεστραμμένες περιοχές για να αποκαταστήσουν το επιθήλιο των αεραγωγών. Αυτή η αντίδραση αποκατάστασης απουσίαζε σε μεγάλο βαθμό μετά από λοίμωξη COVID-19, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο ιός ενδέχεται να παρεμβαίνει στη φυσική διαδικασία επούλωσης των πνευμόνων.

Το ιδιαίτερο αποτύπωμα του κορωνοϊού στον εγκέφαλο

Οι πιο εντυπωσιακές διαφορές καταγράφηκαν στον εγκέφαλο.

Αν και κανένας από τους δύο ιούς δεν ανιχνεύθηκε στον εγκεφαλικό ιστό, τα ποντίκια που είχαν νοσήσει με COVID-19 εμφάνισαν σημάδια επίμονης φλεγμονής στον εγκέφαλο εβδομάδες αργότερα, καθώς και μικροσκοπικές εστίες αιμορραγίας.

Η ανάλυση της γονιδιακής έκφρασης έδειξε συνεχιζόμενη ενεργοποίηση φλεγμονωδών μηχανισμών και διαταραχές σε οδούς που σχετίζονται με τη ρύθμιση της σεροτονίνης και της ντοπαμίνης, συστήματα που συνδέονται άμεσα με τη διάθεση, τη γνωστική λειτουργία και τα επίπεδα ενέργειας. Αντίθετα, αυτές οι επίμονες μεταβολές δεν παρατηρήθηκαν στον ίδιο βαθμό στα ζώα που είχαν μολυνθεί με γρίπη.

«Και στις δύο λοιμώξεις παρατηρήσαμε μακροχρόνια βλάβη στους πνεύμονες. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στον εγκέφαλο ήταν μοναδικές για τον κορωνοϊό. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για να κατανοήσουμε το long COVID », ανέφερε ο Qin.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τους ασθενείς

Η μελέτη ρίχνει νέο φως στον ρόλο που μπορεί να παίζουν οι αγγειακές και ανοσολογικές μεταβολές στην εμφάνιση επίμονων νευρολογικών συμπτωμάτων.

Καθορίζοντας με μεγαλύτερη σαφήνεια αυτές τις βιολογικές αλλαγές, η έρευνα δημιουργεί πιο σταθερή βάση για την παρακολούθηση των ασθενών και για την ανάπτυξη θεραπειών που στοχεύουν στην πρόληψη μόνιμων βλαβών. Καθώς τα επίμονα συμπτώματα εξακολουθούν να δυσκολεύουν την πλήρη ανάρρωση ορισμένων ανθρώπων, η κατανόηση των μηχανισμών που τα προκαλούν είναι καθοριστικής σημασίας για τη μείωση των μακροχρόνιων επιπτώσεων στην υγεία.

Τελευταία τροποποίηση στις 27/02/2026 - 03:34