Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Molecular Psychiatry εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στη συνταγογράφηση φαρμάκων που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση στερολών (SBIMs) κατά την εγκυμοσύνη και στον μετέπειτα κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών αυτιστικού φάσματος στα παιδιά. Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκε μια μεγάλη, διασυνδεδεμένη βάση δεδομένων με ιατρικά αρχεία μητέρας και παιδιού.
Τα φάρμακα SBIM είναι σκευάσματα που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση της χοληστερίνης στον οργανισμό, δηλαδή παρεμβαίνουν στη φυσική διαδικασία με την οποία το σώμα παράγει χοληστερίνη. Σε αυτή την κατηγορία δεν ανήκει ένα μόνο είδος φαρμάκου, αλλά διαφορετικές ομάδες, όπως οι στατίνες και ορισμένα ψυχιατρικά ή αντικαταθλιπτικά φάρμακα, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι μπλοκάρουν συγκεκριμένα στάδια αυτής της διαδικασίας. Η ιδιαιτερότητά τους έχει σημασία ιδιαίτερα στην εγκυμοσύνη, καθώς η χοληστερίνη είναι απαραίτητη για τη σωστή ανάπτυξη του εμβρύου και κυρίως του εγκεφάλου του. Ωστόσο, η σχέση τους με αυξημένο κίνδυνο αυτισμού αφορά προς το παρόν μόνο συσχέτιση και όχι αποδεδειγμένη αιτία.
Πώς η διαταραχή της χοληστερίνης επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου
Η χοληστερίνη αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο των κυτταρικών μεμβρανών και είναι απαραίτητη για πολλές λειτουργίες στον οργανισμό. Η παραγωγή της είναι ιδιαίτερα κρίσιμη κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Στην αρχή της κύησης, το έμβρυο λαμβάνει στερόλες από τη μητέρα. Από τα μέσα της εγκυμοσύνης, όμως, ο εγκέφαλος του εμβρύου αρχίζει να παράγει τη δική του χοληστερίνη.
Όταν αυτή η διαδικασία διαταραχθεί, είτε λόγω γενετικών μεταλλάξεων είτε λόγω εξωτερικών παραγόντων, μπορεί να προκύψουν σοβαρές αναπτυξιακές και νοητικές διαταραχές, όπως το σύνδρομο Smith-Lemli-Opitz (SLOS), η λαθοστερολόση και η δεσμοστερολόση.
Το SLOS είναι η πιο καλά μελετημένη από αυτές τις καταστάσεις και χαρακτηρίζεται από νοητική αναπηρία και χαρακτηριστικές σωματικές δυσμορφίες. Προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο DHCR7, οι οποίες εμποδίζουν τη μετατροπή της 7-δεϋδροχοληστερόλης (7-DHC) σε χοληστερίνη. Αυτό οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα χοληστερίνης, συσσώρευση της αντιδραστικής 7-DHC και δυσλειτουργία των κυττάρων.
Περίπου το 75% των ατόμων με SLOS διαγιγνώσκονται και με διαταραχή αυτιστικού φάσματος. Παράλληλα, νεότερες μελέτες συνδέουν συνολικά τις διαταραχές στον μεταβολισμό της χοληστερίνης με τις ASD.
Αν και η αύξηση των διαγνώσεων αυτισμού οφείλεται εν μέρει στη βελτίωση των διαγνωστικών εργαλείων και στα ευρύτερα κριτήρια, φαίνεται ότι παίζουν ρόλο και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Για παράδειγμα, η χρήση αντικαταθλιπτικών στην εγκυμοσύνη έχει συζητηθεί ως πιθανός παράγοντας κινδύνου, ιδιαίτερα λόγω της σχέσης μεταξύ χοληστερίνης και κατάθλιψης.
Ορισμένα συχνά χρησιμοποιούμενα φάρμακα, όπως η αριπιπραζόλη και η τραζοδόνη, μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της 7-DHC με τρόπο παρόμοιο με το SLOS, ακόμη και χωρίς γενετική μετάλλαξη. Άλλα ευρέως συνταγογραφούμενα φάρμακα, όπως η αλοπεριδόλη, η σερτραλίνη και η φλουοξετίνη, έχει φανεί ότι αναστέλλουν τη σύνθεση της χοληστερίνης σε διάφορα πειραματικά μοντέλα.
Αν και παλαιότερες μελέτες είχαν εκφράσει ανησυχίες για την έκθεση σε αυτά τα φάρμακα πριν από τη γέννηση, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη μεγάλων μελετών που να εξετάζουν τις επιπτώσεις αυτής της αναστολής στην πράξη.
Πώς εξετάστηκε η σχέση φαρμάκων και αυτισμού
Οι ερευνητές ανέλυσαν μια μεγάλη βάση ιατρικών δεδομένων για να διερευνήσουν αν η έκθεση σε φάρμακα SBIM σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτισμού στο έμβρυο. Στη μελέτη περιλήφθηκαν τόσο οι στατίνες, που επηρεάζουν πρώιμα στάδια της σύνθεσης της χοληστερίνης, όσο και άλλα φάρμακα που δρουν σε μεταγενέστερα στάδια.
Ως κύριο αποτέλεσμα εξετάστηκε η διάγνωση ASD, η οποία εντοπίστηκε μέσω 51 διαγνωστικών κωδικών. Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε φάρμακα που λαμβάνονταν πριν ή κατά την εγκυμοσύνη και που επηρεάζουν τη βιοσύνθεση στερολών, όπως η αριπιπραζόλη και οι στατίνες (λοβαστατίνη, ατορβαστατίνη, σιμβαστατίνη, ροσουβαστατίνη και πραβαστατίνη).
Οι συμμετέχουσες ομαδοποιήθηκαν με βάση τον αριθμό των διαφορετικών φαρμάκων SBIM που έλαβαν κατά την εγκυμοσύνη. Ως σύγκριση χρησιμοποιήθηκαν φάρμακα που χορηγούνται συχνά στην εγκυμοσύνη αλλά δεν επηρεάζουν τη σύνθεση στερολών, όπως η διφαινυδραμίνη, η φαμοτιδίνη, το θειικό σίδηρο και άλλα.
Ελήφθησαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία της μητέρας, ο διαβήτης, η προεκλαμψία, η εθνικότητα, το έτος γέννησης, ο τόπος κατοικίας, ο δείκτης κοινωνικής ευαλωτότητας, η χρήση καπνού ή αλκοόλ και ο δείκτης μάζας σώματος πριν την εγκυμοσύνη.
Περισσότερα φάρμακα, μεγαλύτερος κίνδυνος
Η ανάλυση περιέλαβε πάνω από 6 εκατομμύρια παιδιά που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ. Το 11% των μητέρων είχε λάβει τουλάχιστον ένα φάρμακο που επηρεάζει τη βιοσύνθεση στερολών κατά την εγκυμοσύνη, με το ποσοστό αυτό να αυξάνεται με τα χρόνια.
Τα παιδιά που είχαν εκτεθεί σε αυτά τα φάρμακα εμφάνισαν υψηλότερο κίνδυνο διάγνωσης αυτισμού σε σύγκριση με όσα δεν είχαν εκτεθεί. Ο κίνδυνος αυξανόταν όσο αυξανόταν και ο αριθμός των φαρμάκων, περίπου κατά 1,33 φορές για κάθε επιπλέον φάρμακο, ξεπερνώντας τον διπλάσιο όταν λαμβάνονταν 4 ή περισσότερα.
Συνολικά, το 3,8% των παιδιών διαγνώστηκε με διαταραχή φάσματος αυτισμού, με μεγαλύτερο ποσοστό να αφορά παιδιά που είχαν εκτεθεί σε φάρμακα SBIM πριν από τη γέννηση.
Μετά την προσαρμογή για άλλους παράγοντες, ορισμένα φάρμακα, όπως η καριπραζίνη, συνδέθηκαν με περισσότερο από διπλάσιο κίνδυνο αυτισμού.
Η σχέση αυτή ενισχυόταν όσο αυξανόταν ο αριθμός των φαρμάκων, κάτι που υποδηλώνει σωρευτική επίδραση. Αντίθετα, φάρμακα που δεν επηρεάζουν τη βιοσύνθεση στερολών εμφάνισαν πολύ μικρές αυξήσεις στον κίνδυνο, οι οποίες μειώθηκαν περαιτέρω σε πιο αυστηρές αναλύσεις.
Οι αναλύσεις που έλαβαν υπόψη ψυχιατρικές παθήσεις της μητέρας μείωσαν ελαφρώς τα αποτελέσματα, χωρίς όμως να τα αναιρέσουν.
Τι σημαίνουν όλα αυτά
Η χρήση αυτών των φαρμάκων στην εγκυμοσύνη φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτισμού στα παιδιά, χωρίς όμως να μπορεί να αποδειχθεί αιτιώδης σχέση.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η επίδραση μπορεί να σχετίζεται με διαταραχές στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου. Η έκθεση σε αυτά τα φάρμακα ενδέχεται να προκαλεί μείωση της χοληστερίνης και αύξηση αντιδραστικών μορίων, επηρεάζοντας τη δημιουργία και τη λειτουργία των νευρώνων.
Ο κίνδυνος φαίνεται να εξαρτάται από το είδος του φαρμάκου, τη δόση, τον χρόνο έκθεσης και τα γονίδια του κάθε οργανισμού. Πιο ισχυροί αναστολείς της συγκεκριμένης οδού ενδέχεται να είναι πιο επιβαρυντικοί.
Οι ειδικοί τονίζουν την ανάγκη για πιο προσεκτική συνταγογράφηση, καλύτερη ενημέρωση ασθενών και επαγγελματιών υγείας, αναζήτηση ασφαλέστερων εναλλακτικών και αποφυγή συνδυασμού πολλών τέτοιων φαρμάκων στην εγκυμοσύνη.
Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δεν πρέπει να υπερερμηνεύονται. Πολλά από αυτά τα φάρμακα παραμένουν απαραίτητα σε άλλες περιπτώσεις, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την ισορροπία μεταξύ κινδύνου και οφέλους.








