Το burnout εξελίσσεται σε μία αόρατη πανδημία της ψυχικής υγείας για τη νέα γενιά. Μέχρι πρόσφατα, η συζήτηση για το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης αφορούσε κυρίως στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων ή εργαζόμενους με δεκαετίες προϋπηρεσίας. Ωστόσο, τα δεδομένα της πρόσφατης πανελλαδικής έρευνας της «Παρέμβασης Νέων» έρχονται να ανατρέψουν αυτή την αντίληψη με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.
Τα ευρήματα σοκάρουν: περισσότεροι από 7 στους 10 νέους αναφέρουν ότι βιώνουν συχνά συναισθηματική εξάντληση. Συγκεκριμένα, το 41% δηλώνει ότι αισθάνεται πολύ συχνά συναισθηματικά εξαντλημένο, ενώ το 33% αρκετά συχνά. Δεν πρόκειται για μια απλή, παροδική κόπωση, αλλά για μια βαθιά, δομική ψυχική επιβάρυνση.
Γιατί «καίγονται» οι νέοι;
Για πολλά χρόνια, η κυρίαρχη ρητορική προσπαθούσε να αποδώσει τη νεανική δυσφορία σε «έλλειψη ανθεκτικότητας» ή «τεμπελιά». Η πραγματικότητα όμως, όπως αποτυπώνεται στους αριθμούς, είναι εντελώς διαφορετική.
Οι νέοι στην Ελλάδα δεν «καίγονται» επειδή δεν θέλουν να δουλέψουν, αλλά επειδή η εργασία και η προσπάθειά τους δεν τους εξασφαλίζουν πλέον τα προς το ζην. Το burnout τους δεν είναι απλώς ψυχολογικό, είναι βαθιά οικονομικό.
Όταν οι συμμετέχοντες στην έρευνα κλήθηκαν να ιεραρχήσουν τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, οι απαντήσεις τους επικεντρώθηκαν στα θεμέλια της καθημερινής διαβίωσης.
Τα μεγαλύτερα αγκάθια της νέας γενιάς:
- Ακρίβεια (30%): Το καθημερινό κόστος ζωής που καλπάζει και εξανεμίζει την αγοραστική δύναμη.
- Στεγαστικό ζήτημα (25%): Η αδυναμία εύρεσης αξιοπρεπούς και οικονομικά προσιτής κατοικίας, που αναγκάζει πολλούς να παραμένουν στο πατρικό τους.
- Χαμηλοί μισθοί (22%): Αμοιβές που δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής ούτε στα προσόντα των εργαζομένων.
Με την ψυχική πίεση να ακολουθεί ως άμεσο αποτέλεσμα (9%) και την έλλειψη προοπτικής στο 8%, γίνεται σαφές ότι η νεανική εξάντληση τρέφεται από το άγχος της επιβίωσης. Όταν η καθημερινότητα μετατρέπεται σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου απλώς και μόνο για να καλυφθούν οι λογαριασμοί και το ενοίκιο, ο εγκέφαλος λειτουργεί μόνιμα σε κατάσταση «συναγερμού», οδηγώντας αναπόφευκτα στο burnout.
Το burnout της αναξιοκρατίας
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη, βαθύτερη διάσταση που διαφοροποιεί το burnout των Ελλήνων νέων από εκείνο των συνομηλίκων τους στη Δυτική Ευρώπη ή την Αμερική. Στο εξωτερικό, η συζήτηση περιστρέφεται συνήθως γύρω από τα εξαντλητικά ωράρια ή την πίεση των προθεσμιών. Στην Ελλάδα, η ψυχική εξάντληση συνδέεται άρρηκτα με το αίσθημα της αδικίας και της αναξιοκρατίας. Οι νέοι νιώθουν ότι το παιχνίδι της επαγγελματικής ανέλιξης είναι «στημένο».
- Οι ευκαιρίες δίνονται μόνο σε όσους έχουν γνωριμίες / «μέσον» 34%
- Οι ευκαιρίες συνδέονται άμεσα με την οικονομική στήριξη 21%
- Υπάρχουν πραγματικές, ίσες ευκαιρίες για όλους 9%
- Οι ευκαιρίες εξαρτώνται από το επάγγελμα ή το κοινωνικό υπόβαθρο 6%
Το γεγονός ότι μόνο το 9% των νέων βλέπει ένα πεδίο ίσων ευκαιριών αποτελεί μια σοβαρή θεσμική αποτυχία. Η πεποίθηση ότι η προσωπική προσπάθεια, οι σπουδές και οι ικανότητες περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις «γνωριμίες» και το κοινωνικό υπόβαθρο προκαλεί μια βαθιά υπαρξιακή κόπωση.
Αυτή η διάχυτη απαισιοδοξία αποτυπώνεται ανάγλυφα και στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι αντιμετωπίζουν το μέλλον τους στη χώρα. Περισσότεροι από 6 στους 10 νέους δεν θεωρούν ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα ασφαλές περιβάλλον για να σχεδιάσουν τη ζωή τους.
Η σύγκριση με το παρελθόν κάνει την εικόνα ακόμη πιο σκοτεινή. Το 46% των συμμετεχόντων θεωρεί ότι διαθέτει λιγότερες ευκαιρίες από εκείνες που είχε η γενιά των γονιών τους, καταρρίπτοντας το ιστορικό αξίωμα που ήθελε κάθε γενιά να ζει καλύτερα από την προηγούμενη. Παράλληλα, η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς είναι ισοπεδωτική: ένας στους τρεις νέους δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται κανέναν απολύτως θεσμό, με το σχολείο και το πανεπιστήμιο να διασώζουν οριακά τη θεσμική τους αξιοπιστία με ένα φτωχό 21%.
Επομένως, το burnout της νέας γενιάς στην Ελλάδα δεν είναι ένα ατομικό πρόβλημα που μπορεί να λυθεί με σεμινάρια «διαχείρισης άγχους» ή tips για καλύτερο ύπνο. Είναι το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που στερεί από τα πιο παραγωγικά της μέλη την προοπτική, την αξιοκρατία και την ασφάλεια. Αν η πολιτεία και οι επιχειρήσεις επιθυμούν να κρατήσουν αυτούς τους ανθρώπους στη χώρα, πρέπει να κατανοήσουν ότι η ψυχική υγεία συνδέεται άμεσα με τους δίκαιους μισθούς, τη διαφάνεια και την πρόσβαση σε βασικά αγαθά.








