Η εκμάθηση περισσότερων από μίας γλωσσών δεν προσφέρει μόνο ικανοποίηση, αλλά συνοδεύεται και από πολλά οφέλη. Ορισμένα είναι προφανή, όπως το ότι μπορείτε να επικοινωνείτε αποτελεσματικά όταν ταξιδεύετε και να έρχεστε σε επαφή με βιβλία, ταινίες και άλλο περιεχόμενο στη γλώσσα στην οποία δημιουργήθηκαν. Ωστόσο, η γνώση περισσότερων από μίας γλωσσών αλλάζει τον εγκέφαλο και με τρόπους που ίσως δεν περιμένετε. Ολοένα περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι οι δίγλωσσοι, οι οποίοι κατέχουν δύο γλώσσες σε επίπεδο μητρικής, και οι πολύγλωσσοι, οι οποίοι μιλούν περισσότερες από δύο γλώσσες, μπορούν να διατηρήσουν τον εγκέφαλό τους νεότερο και υγιέστερο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Καθώς μαθαίνουμε νέες γλώσσες και ανακαλούμε λέξεις και γραμματικές δομές από διαφορετικά γλωσσικά συστήματα, ο εγκέφαλός μας «γυμνάζεται» διαρκώς και δημιουργεί νέες συνδέσεις.
Η διαδικασία αυτή δεν οδηγεί μόνο σε μια συνεχή «ανανέωση» των δικτύων των εγκεφαλικών κυττάρων, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους όταν ο εγκέφαλος δοκιμάζεται από ιούς και ασθένειες. Δείτε τι έδειξαν οι πιο πρόσφατες έρευνες.
Διαθέτει ο εγκέφαλος έναν κοινό «μηχανισμό» για όλες τις γλώσσες;
Καταρχάς, πώς ανακαλεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος τις διαφορετικές γλώσσες; Αυτό θέλησαν να διαπιστώσουν το 2025 δύο επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
Η Xuanyi Jessica Chen, διδακτορική ερευνήτρια Ψυχολογίας, και η Esti Blanco Elorrieta, επίκουρη καθηγήτρια Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης, συνεργάστηκαν με 23 άτομα που μιλούσαν εξίσου καλά ισπανικά και αγγλικά. Οι συμμετέχοντες, 17 γυναίκες, 5 άνδρες και ένα μη δυαδικό άτομο, ήταν ηλικίας από 18 έως 45 ετών. Οι ερευνήτριες θέλησαν να διαπιστώσουν πού «αποθηκεύονται» στον εγκέφαλο οι γλώσσες που γνωρίζουμε εξίσου καλά και πώς τις ανακαλούν οι δίγλωσσοι.
«Ένα από τα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά των δίγλωσσων είναι ότι μπορούν να εναλλάσσονται μεταξύ γλωσσών οι οποίες συχνά χρησιμοποιούν εντελώς διαφορετικές λέξεις και ήχους», επισήμανε η Blanco Elorrieta στο Medical News Today.
«Θέλαμε να κατανοήσουμε εάν ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί διαφορετικούς μηχανισμούς για κάθε γλώσσα ή εάν αξιοποιεί τον ίδιο βασικό μηχανισμό σε όλες τις γλώσσες», εξήγησε.
Η Chen και η Blanco Elorrieta χρησιμοποίησαν μαγνητοεγκεφαλογραφία (MEG) για να καταγράψουν με μεγάλη ακρίβεια την εγκεφαλική δραστηριότητα των συμμετεχόντων, ενώ εκείνοι έκαναν ασκήσεις μετάφρασης από τη μία γλώσσα στην άλλη.
Στη συνέχεια, εξέτασαν τι συνέβαινε στον εγκέφαλο των συμμετεχόντων όταν χρησιμοποιούσαν ομόρριζες λέξεις, δηλαδή λέξεις που μοιάζουν και έχουν παρόμοια σημασία στις δύο γλώσσες, καθώς και «ψευδολέξεις», δηλαδή επινοημένες λέξεις που ακολουθούσαν συντακτικές και συλλαβικές δομές οι οποίες συναντώνται τόσο στα ισπανικά όσο και στα αγγλικά.
Υπολογιστής για τις γλώσσες και εγκέφαλος
Οι ερευνήτριες διαπίστωσαν ότι ο εγκέφαλος φαίνεται να διαθέτει «έναν κοινό υπολογιστικό μηχανισμό για όλες τις γλώσσες». Με άλλα λόγια, φαίνεται να υπάρχει ένας ενιαίος «μηχανισμός» ή ένα κοινό γλωσσικό κέντρο, το οποίο αντλεί το νόημα από διαφορετικές γλώσσες.
«Διαπιστώσαμε ότι, όταν οι δίγλωσσοι προσάρμοζαν τις λέξεις ώστε να ταιριάζουν σε ένα συγκεκριμένο γραμματικό πλαίσιο, για παράδειγμα όταν μετέτρεπαν ένα ουσιαστικό από τον ενικό στον πληθυντικό, εμφανιζόταν το ίδιο μοτίβο εγκεφαλικής δραστηριότητας τόσο στα αγγλικά όσο και στα ισπανικά», υπογράμμισε η Blanco Elorrieta στο Medical News Today.
«Αυτό δείχνει ότι ο εγκέφαλος, αντί να δημιουργεί διαφορετικό σύστημα για κάθε γλώσσα, μπορεί να χρησιμοποιεί έναν κοινό νευρωνικό μηχανισμό για την εκτέλεση παρόμοιων γραμματικών λειτουργιών σε διαφορετικές γλώσσες», εξήγησε.
Ίσως το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα είναι ότι τα ευρήματα αποκαλύπτουν πόσο ευέλικτος και προσαρμοστικός είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Μπορεί να προσαρμόζει και να αναδιοργανώνει τα συστήματα που ήδη διαθέτει, ώστε να υποστηρίζει όσες γλώσσες χρειάζεται. Λειτουργεί, επομένως, με οικονομία και αποτελεσματικότητα, ενώ φαίνεται να διαθέτει εξαιρετικά μεγάλες δυνατότητες προσαρμογής.
Όπως δήλωσε η Blanco Elorrieta:
«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι ο εγκέφαλος μπορεί να χρησιμοποιεί τον ίδιο νευρωνικό μηχανισμό για την εκτέλεση της ίδιας γραμματικής λειτουργίας σε διαφορετικές γλώσσες, ακόμη και όταν οι ίδιες οι λέξεις διαφέρουν. Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, αυτό μπορεί να αποτελεί μια γενικότερη αρχή της οργάνωσης του εγκεφάλου. Όποτε είναι δυνατόν, ο εγκέφαλος ενδέχεται να δημιουργεί ευέλικτα νευρωνικά συστήματα, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιεί σε διαφορετικές συνθήκες, αντί να αναπτύσσει έναν εντελώς διαφορετικό μηχανισμό για κάθε εργασία».
Όσο περισσότερες γλώσσες μιλάτε, τόσο πιο αργά γερνάτε
Η μελέτη της Chen και της Blanco Elorrieta δεν εξέτασε πώς επηρεάζει η διγλωσσία τη γνωστική εξάσκηση και τις γνωστικές ικανότητες. Άλλοι ερευνητές, όμως, έχουν μελετήσει κατά πόσο η γνώση δύο γλωσσών μπορεί να βοηθήσει τον εγκέφαλο να παραμείνει νέος.
Επίσης το 2025, μια διεθνής ομάδα ερευνητών με επικεφαλής τη Lucia Amoruso, αναπληρώτρια επιστημονική διευθύντρια και επικεφαλής ερευνητικής ομάδας στο Basque Center on Cognition, Brain and Language (BCBL) στο Σαν Σεμπαστιάν της Ισπανίας, πραγματοποίησε συγχρονικές και διαχρονικές αναλύσεις δεδομένων από συμμετέχοντες σε 27 ευρωπαϊκές χώρες. Στόχος ήταν να εξεταστεί η σχέση ανάμεσα στην πολυγλωσσία και τη βιολογική γήρανση.
Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 86.149 άτομα. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το μοντέλο του βιοσυμπεριφορικού ρολογιού γήρανσης για να εξετάσουν εάν η γνώση περισσότερων από μίας γλωσσών μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να παραμείνουν νεότεροι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Τα ευρήματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο Nature Aging, έδειξαν ότι στις χώρες όπου μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού μιλούσε περισσότερες από μία γλώσσες, οι άνθρωποι είχαν 2,17 φορές μικρότερη πιθανότητα να παρουσιάσουν επιταχυνόμενη γήρανση.
Αντίθετα, όσοι μιλούσαν μόνο μία γλώσσα είχαν υπερδιπλάσια πιθανότητα να παρουσιάσουν πρόωρη γήρανση.
«Τα αποτελέσματά μας παρέχουν ισχυρές ενδείξεις ότι η πολυγλωσσία λειτουργεί ως προστατευτικός παράγοντας για την υγιή γήρανση. Η εκμάθηση και η χρήση γλωσσών ενεργοποιούν βασικά εγκεφαλικά δίκτυα που σχετίζονται με την προσοχή, τη μνήμη και τον εκτελεστικό έλεγχο, καθώς και με την κοινωνική αλληλεπίδραση. Αυτοί οι μηχανισμοί μπορεί να ενισχύουν την ανθεκτικότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής», είπε σε δελτίο Τύπου ο Agustín Ibáñez, καθηγητής Παγκόσμιας Υγείας του Εγκεφάλου στο Trinity College του Δουβλίνου στην Ιρλανδία και κύριος συγγραφέας της μελέτης.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα ήταν ότι η επίδραση φάνηκε να είναι αθροιστική. Όσο περισσότερες γλώσσες γνώριζε ένα άτομο, τόσο πιο αργά φαινόταν να γερνά.
«Η προστατευτική επίδραση ήταν αθροιστική. Όσο περισσότερες γλώσσες μιλούσαν οι άνθρωποι, τόσο μεγαλύτερη ήταν η προστασία τους από τη φθορά που συνδέεται με τη γήρανση», σχολίασε η Amoruso στο δελτίο Τύπου.
Μερικούς μήνες αργότερα, οι ερευνητές παρουσίασαν μια νέα ανάλυση δεδομένων, τα οποία προέρχονταν από μια μικρότερη ομάδα συμμετεχόντων της αρχικής μελέτης. Αυτή τη φορά εξέτασαν εάν η γνώση πολλών γλωσσών συνδεόταν με τη γήρανση του εγκεφάλου.
Τα αποτελέσματα ήταν και πάλι θετικά. Όσο περισσότερες γλώσσες μπορούσε να μιλήσει ένα άτομο, τόσο μικρότερη ήταν η διαφορά ανάμεσα στην ηλικία του εγκεφάλου του και τη βιολογική ηλικία του. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος των πολύγλωσσων παρέμενε νεότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
«Με απλά λόγια, οι άνθρωποι που μιλούσαν περισσότερες γλώσσες είχαν κατά κανόνα έναν εγκέφαλο που έδειχνε νεότερος από όσο θα αναμενόταν με βάση τη χρονολογική ηλικία τους», εξήγησε η Amoruso σε δελτίο Τύπου.
«Η επίδραση δεν σχετιζόταν μόνο με τον αριθμό των γλωσσών που μιλούσαν. Η καλύτερη γνώση των γλωσσών και η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας σε μικρότερη ηλικία συνδέθηκαν επίσης με πιο αργή γήρανση του εγκεφάλου», πρόσθεσε.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, η Χριστίνα Δάλλα, καθηγήτρια Φαρμακολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα, εξήγησε στο δελτίο Τύπου:
«Η μελέτη αυτή δείχνει ότι η εκμάθηση μιας δεύτερης, τρίτης ή τέταρτης γλώσσας μπορεί να βοηθήσει τον εγκέφαλό μας να παραμείνει νεότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μάλιστα, όσο νωρίτερα ξεκινήσουμε τόσο το καλύτερο. Υπάρχουν πολλοί σημαντικοί λόγοι για να μάθετε μια άλλη γλώσσα σε οποιαδήποτε ηλικία. Οι λόγοι αυτοί είναι κοινωνικοί, πολιτιστικοί, αλλά σχετίζονται και με την υγεία του εγκεφάλου σας. Για αυτό θα πρέπει να υποστηρίζουμε την εκμάθηση γλωσσών τόσο στο σχολείο όσο και σε όλη τη διάρκεια της ζωής, ακόμη και αν είναι δύσκολη».
Η διγλωσσία μπορεί να προστατεύει τον εγκέφαλο από τις επιπτώσεις ασθενειών
Σε μια πιο πρόσφατη μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο PNAS, επιστήμονες εξέτασαν εάν η εμπειρία της διγλωσσίας θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί ορισμένοι μεγαλύτεροι σε ηλικία ενήλικες παρουσίασαν μεγαλύτερη γνωστική ανθεκτικότητα μετά τον κορωνοϊό από άλλους.
«Εστιάσαμε στις εκτελεστικές λειτουργίες, δηλαδή στις νοητικές ικανότητες που μας βοηθούν να κατευθύνουμε την προσοχή μας, να περνάμε από τη μία εργασία στην άλλη, να συγκρατούμε πληροφορίες στο μυαλό μας και να προσαρμοζόμαστε όταν αλλάζουν οι συνθήκες», είπε ο John G. Grundy, εκ των ερευνητών.
Οι ερευνητές κατέληξαν σε ένα ενθαρρυντικό συμπέρασμα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ενήλικες που μιλούσαν με ευχέρεια δύο γλώσσες παρουσίασαν καλύτερη γνωστική λειτουργία μετά την τον κορωνοϊό από εκείνους που δεν γνώριζαν εξίσου καλά τις δύο γλώσσες.
«Ειδικότερα, η εκμάθηση δύο γλωσσών από μικρότερη ηλικία και η συστηματικότερη χρήση τους συνδέθηκαν με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε δοκιμασίες που απαιτούν ευέλικτο έλεγχο της προσοχής. Με απλά λόγια, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ενήλικες με περισσότερη εμπειρία στη χρήση δύο γλωσσών εμφάνισαν λιγότερες ενδείξεις διαταραχής των εκτελεστικών λειτουργιών μετά την COVID 19 σε σύγκριση με όσους είχαν μικρότερη σχετική εμπειρία», τόνισαν οι επιστήμονες.
Όμως, προειδοποίησε ότι αυτό δεν σημαίνει πως η διγλωσσία αποτελεί πανάκεια ή έναν απολύτως σίγουρο τρόπο πρόληψης της γνωστικής εξασθένησης. «Τα ευρήματα δείχνουν ότι η εμπειρία της διγλωσσίας μπορεί να είναι ένας από τους πολλούς παράγοντες που συμβάλλουν στη γνωστική ανθεκτικότητα», πρόσθεσαν.
Ο Grundy διατύπωσε την ακόλουθη υπόθεση:
«Η χρήση περισσότερων από μίας γλωσσών επί πολλά χρόνια μπορεί να εξασκεί επανειλημμένα τα συστήματα που βοηθούν τον εγκέφαλο να επιλέγει τις χρήσιμες πληροφορίες, να διαχειρίζεται διαφορετικές απαιτήσεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους και να προσαρμόζει την προσοχή του ανάλογα με τις συνθήκες. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η εμπειρία μπορεί να βοηθήσει τον εγκέφαλο να διατηρήσει τη λειτουργία του όταν δοκιμάζεται από μια ασθένεια, τη γήρανση ή άλλες αιτίες γνωστικής καταπόνησης».
Η μελέτη του Grundy και της Pujols Beltran δεν εξέτασε τους βιολογικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη σχέση ανάμεσα στη διγλωσσία και την ανθεκτικότητα του εγκεφάλου. Παρ’ όλα αυτά, ο Grundy εκτίμησε ότι «η διγλωσσία μπορεί να αναδιαμορφώνει τον εγκέφαλο, επειδή τον υποβάλλει επανειλημμένα σε απαιτήσεις προσοχής και ελέγχου που αλλάζουν ανάλογα με τις συνθήκες».
«Η χρήση περισσότερων από μίας γλωσσών απαιτεί από τον εγκέφαλο να επιλέξει την κατάλληλη γλώσσα, να περιορίσει την παρεμβολή της άλλης, να παρακολουθήσει τις συνθήκες και να προσαρμόσει τη συμπεριφορά ανάλογα με τον συνομιλητή, το περιβάλλον και τον στόχο της επικοινωνίας», εξήγησε. «Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι απαιτήσεις μπορεί να αλλάξουν τα συστήματα του εγκεφάλου που υποστηρίζουν τις εκτελεστικές λειτουργίες».
«Ο μηχανισμός που θεωρώ πιθανότερο δεν είναι μια συγκεκριμένη 'περιοχή της διγλωσσίας' στον εγκέφαλο», ανέφερε. Αντίθετα, υπέθεσε ότι «πρόκειται για μια δυναμική αναδιαμόρφωση των διάσπαρτων δικτύων ελέγχου, η οποία καθορίζεται από την εμπειρία. Αυτό σημαίνει καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των περιοχών του εγκεφάλου, αποτελεσματικότερη κατανομή του ελέγχου και μεγαλύτερη ικανότητα εναλλαγής, ανάλογα με τις συνθήκες, μεταξύ της πιο απαιτητικής και της περισσότερο αυτοματοποιημένης επεξεργασίας».
Σύμφωνα με τον Grundy, τα ευρήματα δείχνουν ότι σημασία δεν έχει μόνο πόσες γλώσσες μιλάτε, αλλά και ο τρόπος και η συχνότητα με την οποία τις χρησιμοποιείτε.
«Ο καθοριστικός παράγοντας μπορεί να μην είναι μόνο ο αριθμός των γλωσσών, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται», επισήμανε. «Για παράδειγμα, κάποιος που χρησιμοποιεί ενεργά δύο γλώσσες κάθε ημέρα και σε διαφορετικές περιστάσεις μπορεί να υποβάλλει τον εγκέφαλό του σε μεγαλύτερες γνωστικές απαιτήσεις από κάποιον που γνωρίζει αρκετές γλώσσες, αλλά τις χρησιμοποιεί σπάνια. Η ηλικία στην οποία άρχισε να μαθαίνει μια γλώσσα, το επίπεδο γνώσης, η συχνότητα χρήσης, η εναλλαγή μεταξύ των γλωσσών και οι κοινωνικές συνθήκες μπορεί να παίζουν ρόλο».
Συμπερασματικά, το όφελος μπορεί να εξαρτάται από το πόσο συχνά «γυμνάζετε» τον εγκέφαλό σας, καλώντας τον να αποκωδικοποιεί διαφορετικές γλώσσες. Όπως κατέληξε ο Grundy:
«Το σημαντικότερο ερώτημα πιθανότατα δεν είναι απλώς ‘Πόσες γλώσσες γνωρίζει κάποιος;’, αλλά ‘Σε ποιον βαθμό και με πόση ευελιξία και συχνότητα χρησιμοποιεί αυτές τις γλώσσες στην καθημερινή του ζωή;’. Εάν η γνώση περισσότερων γλωσσών αυξάνει την ανάγκη για ευέλικτες επιλογές, παρακολούθηση των συνθηκών και προσαρμοστικό έλεγχο, τότε μπορεί να συμβάλλει στο ίδιο είδος αναδιαμόρφωσης του εγκεφάλου μέσω της εμπειρίας, το οποίο θεωρούμε ότι ενισχύει την ανθεκτικότητά του».








