Χαμηλότερα επίπεδα και ελλείψεις ορισμένων βιταμινών και μετάλλων συνδέθηκαν με τον χρόνιο πόνο σε μια μελέτη που πραγματοποίησαν ερευνητές του University of Arizona Health Sciences και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Pain Practice.
Πρόκειται για την πρώτη μελέτη που προσεγγίζει τον χρόνιο πόνο με όρους ιατρικής ακριβείας σε τόσο μεγάλη κλίμακα, εξετάζοντας συνολικά τα επίπεδα μικροθρεπτικών συστατικών σε άτομα με και χωρίς χρόνιο πόνο, αλλά και τη συχνότητα εμφάνισης χρόνιου πόνου σε άτομα με ή χωρίς ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών. Τα ευρήματα θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωση εξατομικευμένων διατροφικών στρατηγικών που θα βοηθούν στη διαχείριση του χρόνιου πόνου.
«Θεραπεύουμε ασθενείς με χρόνιο πόνο και πολλές φορές δεν καταλήγουμε σε μια συγκεκριμένη διάγνωση. Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια χειρουργική επέμβαση που θα σας βοηθήσει δεν σημαίνει ότι δεν πονάτε. Απλώς σημαίνει ότι η κατανόησή μας για τον πόνο εξακολουθεί να είναι περιορισμένη», ανέφερε η Julie Pilitsis, επικεφαλής του Department of Neurosurgery στο College of Medicine – Tucson του University of Arizona. «Αυτή η μελέτη προτείνει έναν νέο τρόπο προσέγγισης της θεραπείας του χρόνιου πόνου, όπου εξετάζεται ο ασθενής συνολικά ώστε να διαπιστωθεί τι μπορεί να συμβαίνει σε επίπεδο οργανισμού και να τροποποιηθεί εύκολα, όπως για παράδειγμα μέσω αλλαγών στη διατροφή αντί για φάρμακα ή άλλες παρεμβάσεις».
Ποια θρεπτικά συστατικά συνδέονται με χρόνια πόνο
Η ερευνητική ομάδα επικεντρώθηκε σε 5 μικροθρεπτικά συστατικά που συνδέονται συχνά με τον χρόνιο πόνο: βιταμίνη D, βιταμίνη B12, βιταμίνη C, φυλλικό οξύ και μαγνήσιο. Οι ερευνητές εξέτασαν την κατάσταση των μικροθρεπτικών συστατικών σε τρεις ομάδες: άτομα χωρίς πόνο, άτομα με ήπιο έως μέτριο χρόνιο πόνο και άτομα με σοβαρό χρόνιο πόνο.
Διαπιστώθηκε ότι, όσον αφορά τη βιταμίνη D, τη βιταμίνη B12, το φυλλικό οξύ και το μαγνήσιο, τα άτομα με σοβαρές ελλείψεις είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν σοβαρό χρόνιο πόνο. Ταυτόχρονα, χαμηλότερα επίπεδα των συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών, καθώς και μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης αυτών των χαμηλών επιπέδων, παρατηρήθηκαν σε άτομα με σοβαρό χρόνιο πόνο.
Τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά στην περίπτωση της βιταμίνης C. Οι άνδρες με ήπιο έως μέτριο και σοβαρό χρόνιο πόνο είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν χαμηλά ή οριακά χαμηλά επίπεδα βιταμίνης C σε σύγκριση με άνδρες χωρίς χρόνιο πόνο. Παράλληλα, οι άνδρες με οριακή ή σοβαρή έλλειψη βιταμίνης C είχαν επίσης περισσότερες πιθανότητες να έχουν χρόνιο πόνο.
«Τα ευρήματα που προκύπτουν από σύνθετες δημογραφικές μελέτες όπως αυτή δείχνουν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε γενικεύσεις για κάθε ασθενή που μπαίνει στο ιατρείο», ανέφερε η Pilitsis, η οποία είναι μέλος του BIO5 Institute.
«Η μελέτη μας, που εξέτασε διάφορες μορφές χρόνιου πόνου σε έναν μεγάλο και ποικιλόμορφο πληθυσμό, έδειξε ότι ορισμένες ελλείψεις βιταμινών και μετάλλων εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα με χρόνιο πόνο, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες φυλετικές και εθνοτικές ομάδες», πρόσθεσε η Morris. «Στόχος είναι να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των ατόμων με χρόνιο πόνο και να μειωθεί η χρήση οπιοειδών. Τα ευρήματα αυτά έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν σε αυτό, ως μέρος μιας ολιστικής προσέγγισης στη διαχείριση του πόνου».








