Υπολογίζεται ότι περίπου το 39% των ενηλίκων παγκοσμίως έχουν υψηλή LDL χοληστερίνη, η οποία με την πάροδο του χρόνου μπορεί να συσσωρευτεί στις αρτηρίες και να αυξήσει τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.
Ωστόσο, η «κακή» χοληστερίνη δεν είναι το μόνο που χρειάζεται να προσέχετε.
Και άλλα είδη λιπιδίων και λιποπρωτεϊνών μπορεί να φτάσουν σε μη φυσιολογικά επίπεδα στο αίμα. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται δυσλιπιδαιμία και μπορεί να οδηγήσει σε αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο, την κυριότερη αιτία θανάτου και νοσηρότητας παγκοσμίως.
Φέτος, ειδικοί στις ΗΠΑ επικαιροποίησαν τις επίσημες οδηγίες για τη διαχείριση της χοληστερίνης και την πρόληψη της δυσλιπιδαιμίας, αναθεωρώντας πλήρως τις προηγούμενες οδηγίες του 2018.
Οι νέες οδηγίες, που δημοσιεύτηκαν στο Journal of the American College of Cardiology εξακολουθούν να επικεντρώνονται στη διαχείριση της χοληστερίνης, αλλά υιοθετούν μια ευρύτερη προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην έγκαιρη αντιμετώπιση των αυξημένων λιπιδίων στο αίμα που μπορούν να βλάψουν την υγεία.
«Γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον το 80% των καρδιαγγειακών παθήσεων μπορεί να προληφθεί και ότι η αυξημένη LDL χοληστερίνη, η οποία ορισμένες φορές αποκαλείται 'κακή' χοληστερίνη, συμβάλλει σημαντικά σε αυτόν τον κίνδυνο», δήλωσε σχετικά ο καρδιολόγος Roger Blumenthal από το Κέντρο Ciccarone για την Πρόληψη των Καρδιαγγειακών Παθήσεων του Πανεπιστημίου Johns Hopkins και πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε τις οδηγίες.
«Αρχικά θέλουμε να βελτιώνουμε όσο γίνεται τις συνήθειες του τρόπου ζωής, ώστε να μειωθεί η χοληστερίνη. Αναγνωρίζουμε, όμως, ότι εάν έπειτα από ένα διάστημα οι τιμές των λιπιδίων δεν έχουν φτάσει στα επιθυμητά επίπεδα, θα πρέπει να εξετάζουμε το ενδεχόμενο χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής νωρίτερα από ό,τι θα το εξετάζαμε πριν από 10 χρόνια».
Οι νέες οδηγίες, οι οποίες απευθύνονται σε γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας, δίνουν έμφαση στην έγκαιρη αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος που προκαλεί σε βάθος χρόνου η παρατεταμένη έκθεση σε αθηρογόνες λιποπρωτεΐνες.
«Όσο περισσότερο διατηρείται χαμηλή η LDL χοληστερίνη, τόσο μεγαλύτερη είναι η προστασία από ένα μελλοντικό έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο. Το ίδιο ισχύει και για την αρτηριακή πίεση», τόνισε ο Blumenthal.
Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος της χοληστερίνης συνιστάται να αρχίζει στα παιδιά ηλικίας 9 έως 11 ετών, εφόσον δεν έχει γίνει νωρίτερα. Εάν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό σοβαρής καρδιαγγειακής νόσου ή διαταραχών της χοληστερίνης, ο έλεγχος μπορεί να αρχίσει ακόμη και από την ηλικία των δύο ετών.
Μια ακόμη αλλαγή είναι ότι οι γιατροί καλούνται να χρησιμοποιούν το νέο εργαλείο PREVENT, το οποίο υπολογίζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου μέσα στα επόμενα 10 και 30 χρόνια σε ασθενείς ηλικίας 30 έως 79 ετών (μπορείτε να δείτε το PREVENT εδώ).
«Με αυτό το νέο εργαλείο μπορούμε να εκτιμήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, χρησιμοποιώντας στοιχεία που έχουν ήδη συγκεντρωθεί κατά τον ετήσιο προληπτικό έλεγχο, όπως οι τιμές της χοληστερίνης και της αρτηριακής πίεσης, αλλά και προσωπικές πληροφορίες, όπως η ηλικία και οι συνήθειες του τρόπου ζωής. Στη συνέχεια, μπορούμε να προσαρμόσουμε ακόμη περισσότερο την εκτίμηση για κάθε ασθενή, εξετάζοντας τους 'επιβαρυντικούς παράγοντες', οι οποίοι μας βοηθούν να κρίνουμε εάν χρειάζεται θεραπεία για τη μείωση των λιπιδίων», επισήμανε ο Blumenthal.
Με βάση τα αποτελέσματα των νέων υπολογισμών, οι γιατροί μπορούν να εξετάσουν παρεμβάσεις για τη μείωση της LDL χοληστερίνης, οι οποίες περιλαμβάνουν αλλαγές στον τρόπο ζωής και φάρμακα όπως οι στατίνες, όταν ένας ασθενής βρίσκεται στην κατηγορία οριακού κινδύνου. Αυτό αντιστοιχεί σε πιθανότητα 3% έως 5% να εμφανίσει αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο μέσα στα επόμενα 10 χρόνια. Όταν ο κίνδυνος είναι ενδιάμεσος και κυμαίνεται από 5% έως 10%, οι γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο θεραπείας.
Οι νέες οδηγίες επαναφέρουν επίσης συγκεκριμένους στόχους για την LDL χοληστερίνη, οι οποίοι θα καθοδηγούν τη θεραπεία. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η LDL χοληστερίνη θα πρέπει να βρίσκεται κάτω από 100 mg/dL για όσους έχουν οριακό ή ενδιάμεσο κίνδυνο και κάτω από 70 mg/dL για όσους έχουν υψηλό κίνδυνο. Για τους ασθενείς με αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο που θεωρούνται πολύ υψηλού κινδύνου, ο στόχος είναι κάτω από 55 mg/dL.
«Σε γενικές γραμμές, όσο χαμηλότερη είναι η LDL χοληστερίνη τόσο το καλύτερο, ιδιαίτερα για όσους έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος ή εγκεφαλικού επεισοδίου», ανέφερε η καρδιολόγος Pamela B. Morris από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας.
«Οι κλινικές δοκιμές απέδειξαν ξεκάθαρα ότι η μείωση της LDL χοληστερίνης σε επίπεδα ακόμη χαμηλότερα από εκείνα που συνιστούσαν οι προηγούμενες οδηγίες περιορίζει σημαντικά τα καρδιαγγειακά επεισόδια».
Οι στατίνες παραμένουν τα βασικά φάρμακα για τη μείωση της LDL χοληστερίνης. Όμως, στις οδηγίες περιλαμβάνονται και άλλες φαρμακευτικές επιλογές, όπως η εζετιμίμπη, το βεμπεδοϊκό οξύ, οι αναστολείς PCSK9 και η ινκλισιράνη.
Για τους ασθενείς, οι επικαιροποιημένες συστάσεις περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την επιλογή υγιεινών τροφών, την υιοθέτηση αλλαγών στον τρόπο ζωής που μπορούν να μειώσουν τη χοληστερίνη και την έγκαιρη λήψη μέτρων μέσω τακτικών προληπτικών εξετάσεων.
Εάν, παρά τις προσπάθειές σας, η «κακή» χοληστερίνη συνεχίζει να αυξάνεται, ο γιατρός σας μπορεί να σας βοηθήσει. Με βάση τις νέες οδηγίες, αυτό ενδέχεται να σημαίνει ότι η θεραπευτική αντιμετώπιση θα αλλάζει νωρίτερα, προτού αυξηθεί περισσότερο ο κίνδυνος.








