Η εμπιστοσύνη στα εμβόλια είναι σχεδόν καθολική και οι γνώσεις για τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV) βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο. Όταν, όμως, η συζήτηση περνά στις νεότερες επιλογές πρόληψης, η εικόνα αλλάζει: ένα σημαντικό ποσοστό παιδιάτρων εμφανίζει ελλείψεις στην ενημέρωσή του.
Αυτή τη διαφορά ανέδειξε ελληνική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο European Journal of Pediatrics. Στο επίκεντρό της βρέθηκαν οι γνώσεις, οι στάσεις και οι πρακτικές 169 παιδιάτρων και ειδικευόμενων παιδιατρικής στην Κρήτη, με μέση ηλικία τα 46 έτη.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχει ισχυρή βάση για την αξιοποίηση των νέων μέσων προστασίας των βρεφών. Παράλληλα, αναδεικνύουν την ανάγκη η ενημέρωση των γιατρών να συμβαδίζει με τις αλλαγές στις συστάσεις ανοσοπροφύλαξης.
Τι έδειξαν οι απαντήσεις για τα εμβόλια και τον ιό
Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες (99,4%) δήλωσαν ότι εμπιστεύονται γενικά τα εμβόλια. Επιπλέον, το 96,4% ανέφερε ότι ακολουθεί τις συστάσεις της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους ασθενείς του.
Υψηλές ήταν και οι επιδόσεις στην αξιολόγηση των γνώσεων για τον RSV, τη μετάδοσή του και τους κινδύνους που εγκυμονεί για τα βρέφη. Η μέση βαθμολογία έφθασε το 89,6 στα 100, ενώ ξεπερνούσε το 87/100 ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο ή το επίπεδο εκπαίδευσης. Σχεδόν οκτώ στους δέκα παιδιάτρους (78,6%) αισθάνονταν, επίσης, επαρκώς ενημερωμένοι για τον ιό.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή η εμπιστοσύνη στον εμβολιασμό μπορεί να διευκολύνει την ένταξη των νέων στρατηγικών πρόληψης του RSV στην καθημερινή κλινική πρακτική. Η καλή γενική γνώση, ωστόσο, δεν εξασφαλίζει από μόνη της πλήρη ενημέρωση για κάθε νέα σύσταση.
Τα τρία σημεία που προκάλεσαν σύγχυση
Οι αδυναμίες εντοπίστηκαν κυρίως στις νεότερες δυνατότητες ανοσοπροφύλαξης. Οι απαντήσεις του 33,7% των παιδιάτρων (περίπου ενός στους τρεις) κατέγραψαν κενό ενημέρωσης ως προς την ύπαρξη νέου εμβολίου κατά του RSV εγκεκριμένου για άμεση χορήγηση στα παιδιά.
Για την προστασία των μικρών βρεφών χρησιμοποιούνται σήμερα δύο προσεγγίσεις: ο εμβολιασμός της μητέρας κατά τις τελευταίες εβδομάδες της κύησης ή η χορήγηση μονοκλωνικού αντισώματος στο ίδιο το βρέφος.
Ελλείψεις καταγράφηκαν και σε δύο ακόμη πεδία. Το 24,9% των συμμετεχόντων δεν γνώριζε ότι οι νεότερες συστάσεις ανοσοποίησης περιλαμβάνουν βρέφη έως 6 μηνών. Παράλληλα, το 22,5% δεν γνώριζε τις διαφορές μεταξύ του palivizumab και του νεότερου nirsevimab, των δύο μονοκλωνικών αντισωμάτων που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της νόσου από RSV.
Η συλλογή των στοιχείων πραγματοποιήθηκε από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 2025. Είχε μόλις προηγηθεί η ένταξη του εμβολιασμού των εγκύων κατά του RSV στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, ενώ το νεότερο μονοκλωνικό αντίσωμα εισήχθη αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.
Οι συγγραφείς συνδέουν εν μέρει τα κενά γύρω από το nirsevimab με αυτή τη χρονική συγκυρία: όταν οι παιδίατροι απάντησαν στο ερωτηματολόγιο, η χορήγησή του δεν είχε ακόμη ξεκινήσει στην Ελλάδα. Η αβεβαιότητα αφορούσε τις ενδείξεις του και τις διαφορές του από τα ήδη διαθέσιμα μονοκλωνικά αντισώματα.
Το βάρος των λοιμώξεων στα μικρά βρέφη
Η επικαιροποίηση των γνώσεων αφορά έναν ιό που αποτελεί κύρια αιτία σοβαρών λοιμώξεων του αναπνευστικού στους πρώτους μήνες της ζωής.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα παγκόσμια στοιχεία που παραθέτουν οι συγγραφείς, οι λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού από RSV σε βρέφη έως 6 μηνών υπολογίζονται σε περίπου 6,6 εκατομμύρια περιστατικά και 1,4 εκατομμύρια νοσηλείες. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ερευνητές υπογραμμίζουν τη σημασία της ενημέρωσης για τις νέες επιλογές πρόληψης, καθώς οι σχετικές συστάσεις μεταβάλλονται γρήγορα.








