Η σχέση ανάμεσα στο εισόδημα και το σωματικό βάρος, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης εδώ και χρόνια. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάζει τόσο τις επαγγελματικές ευκαιρίες όσο και τις επιλογές τρόπου ζωής που σχετίζονται με το βάρος.
«Ας μιλήσουμε για την τρομακτική οικονομία του βάρους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μια αντίστροφη σχέση μεταξύ του δείκτη μάζας σώματος (BMI) και του εισοδήματος. Με άλλα λόγια, όσο πιο πλούσιοι είναι οι άνθρωποι, τόσο πιο αδύνατοι είναι», σχολίασε σχετικά η Kendall Park, καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο Vanderbilt University στο Evie Magazine.
Σύμφωνα με την ίδια, οι γυναίκες που είναι περίπου 11 κιλά υπέρβαρες κερδίζουν 16.000 δολάρια λιγότερα τον χρόνο σε σύγκριση με γυναίκες με μέσο σωματότυπο. Και στους άνδρες παρατηρείται συσχέτιση ανάμεσα στο βάρος και το εισόδημα, ωστόσο η σχέση είναι διαφορετική. Οι άνδρες που είναι περίπου 11 κιλά υπέρβαροι κερδίζουν 8.000 δολάρια περισσότερα από τους άνδρες με μέσο σωματότυπο.
Η Park συνέχισε: «Και αυτές οι εκτιμήσεις για τις γυναίκες ίσως υποτιμούν την πραγματικότητα, επειδή είναι δύσκολο να υπολογιστεί το μισθολογικό χάσμα για κάποιον που δεν του προσφέρθηκε καν η δουλειά εξαρχής λόγω διακρίσεων που βασίζονται στο μέγεθος του σώματος». Αυτό το πλεονέκτημα της λεπτότητας φαίνεται να επηρεάζει ακόμη και τις ερωτικές σχέσεις, καθώς οι αδύνατες γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες να παντρευτούν πλούσιους άνδρες.
Γιατί όμως οι πλούσιοι άνθρωποι τείνουν να είναι πιο αδύνατοι; Η Park εξήγησε ότι το εισόδημα επηρεάζει σημαντικά τις επιλογές στον τρόπο ζωής. «Ιστορικά, οι εξηγήσεις για τη σχέση μεταξύ BMI και εισοδήματος έχουν επικεντρωθεί στην αντίστροφη αιτιότητα, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι το βάρος που επηρεάζει το εισόδημα, αλλά το εισόδημα που επηρεάζει το βάρος. Για παράδειγμα, τα άτομα με χαμηλότερο εισόδημα δυσκολεύονται να αγοράσουν ακριβές υγιεινές τροφές και συχνά έχουν λιγότερο χρόνο για άσκηση».
Τι δείχνουν οι μελέτες για το μέγεθος του σώματος και την επαγγελματική επιτυχία
Σε άλλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Σουηδία, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι υποψήφιοι με μεγαλύτερο σωματότυπο λάμβαναν λιγότερες απαντήσεις από εργοδότες. Επιπλέον, η Jennifer Shinall, καθηγήτρια νομικής στο Vanderbilt, ανέφερε πριν από χρόνια ότι οι υπέρβαρες γυναίκες είχαν μικρότερη πιθανότητα να κατέχουν υψηλά αμειβόμενες θέσεις που «περιλαμβάνουν αλληλεπίδραση με το κοινό» και μεγαλύτερη πιθανότητα να εργάζονται σε χαμηλότερα αμειβόμενες και πιο σωματικά απαιτητικές δουλειές.
«Από τη στιγμή που μια γυναίκα γίνεται υπέρβαρη, είναι όλο και λιγότερο πιθανό να εργάζεται σε επαγγέλματα που περιλαμβάνουν προσωπική αλληλεπίδραση ή επικοινωνία», εξήγησε η Shinall. «Και οι γυναίκες με το μεγαλύτερο βάρος στην αγορά εργασίας είναι εκείνες που έχουν τις λιγότερες πιθανότητες να εργάζονται σε επαγγέλματα προσωπικής αλληλεπίδρασης».
Οι γυναίκες με μεγαλύτερο σωματικό βάρος καταλήγουν συχνότερα σε πιο απαιτητικές θέσεις εργασίας. «Όσο αυξάνεται το βάρος μιας γυναίκας, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα να εργάζεται σε επαγγέλματα που απαιτούν σωματική δραστηριότητα. Έτσι, οι γυναίκες με σοβαρή παχυσαρκία έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να εργάζονται σε σωματικά απαιτητικές δουλειές», πρόσθεσε η Shinall.
Η έρευνα της Park φωτίζει μια δύσκολη πραγματικότητα. «Σύμφωνα με ορισμένες έρευνες, κορίτσια ακόμη και 6 ετών αντιλαμβάνονται ήδη την προσδοκία ότι πρέπει να είναι αδύνατα», ανέφερε η Park. «Και μετά εκπλησσόμαστε όταν βλέπουμε γυναίκες να γυμνάζονται υπερβολικά ή να περιορίζουν τη διατροφή τους. Πολλοί υποθέτουν ότι πρόκειται για ματαιοδοξία. Όμως το οικονομικό μας σύστημα τιμωρεί εξαρχής τις γυναίκες και στη συνέχεια τις τιμωρεί ξανά όταν δεν συμμορφώνονται με πολύ συγκεκριμένα και αυστηρά πρότυπα ομορφιάς».








