Πώς θα καταλάβετε εάν η κούρασή σας είναι σωματική ή ψυχική – Ψυχολόγος απαντά

Πώς θα καταλάβετε εάν η κούρασή σας είναι σωματική ή ψυχική – Ψυχολόγος απαντά
Annie Spratt / Unsplash
Σάββατο, 28/02/2026 - 08:36

Ψυχολόγος εξηγεί τη διαφορά ανάμεσα στην ψυχική και τη σωματική κούραση.

Οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής συχνά ωθούν τον ύπνο στο τέλος της λίστας προτεραιοτήτων, με αποτέλεσμα η διαρκής κούραση να μοιάζει σχεδόν φυσιολογικό κομμάτι της καθημερινότητας. Ωστόσο, δεν είναι σωστό να θεωρείτε δεδομένο ότι η εξάντληση οφείλεται απλώς σε λίγες ώρες ύπνου, καθώς η κόπωση αποτελεί σύμπτωμα που συνδέεται με αρκετές ψυχολογικές καταστάσεις.

Γιατί, λοιπόν, η εξάντληση σχετίζεται τόσο στενά με τη διάθεσή μας και πώς μπορείτε να διακρίνετε αν αυτό που βιώνετε αποτελεί ένδειξη ενός ζητήματος ψυχικής υγείας; Δείτε παρακάτω την απάντηση που έδωσε η ψυχολόγος δρ. Sheri Jacobson, στο Harley Therapy.

Σωματική ή ψυχική κούραση;

Η σωματική κόπωση εμφανίζεται όταν το σώμα δεν ανταποκρίνεται όπως παλαιότερα και δραστηριότητες που κάποτε σας φαίνονταν εύκολες, όπως το ανέβασμα μιας σκάλας ή μια βόλτα, αρχίζουν να σας εξαντλούν δυσανάλογα. Μπορεί να νιώθετε ότι οι αντοχές σας έχουν μειωθεί αισθητά και ότι χρειάζεστε περισσότερο χρόνο για να ανακάμψετε μετά από καθημερινές υποχρεώσεις που μέχρι πρότινος διαχειριζόσασταν χωρίς δυσκολία.

Η ψυχική κόπωση, από την άλλη, αφορά τη λειτουργία της σκέψης και της συγκέντρωσης, καθώς μπορεί να διαπιστώνετε ότι δυσκολεύεστε να εστιάσετε, ότι η σκέψη σας μοιάζει «θολή» ή ότι δεν μπορείτε να επεξεργαστείτε πληροφορίες με την ίδια ευκολία όπως πριν. Ορισμένοι περιγράφουν μια αίσθηση αποπροσανατολισμού, ζάλης ή μια περίεργη υπερδιέγερση που δεν τους επιτρέπει να χαλαρώσουν ουσιαστικά, ακόμη και όταν το σώμα δείχνει κουρασμένο.

Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν ότι «νιώθουν το σώμα τους βαρύ σαν μολύβι» ή ότι «είναι σαν να κουβαλούν βάρος στους ώμους τους», ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναφέρουν πόνους χωρίς σαφή ιατρική εξήγηση, οι οποίοι περιορίζουν σημαντικά τη λειτουργικότητά τους.

Πώς η κακή διάθεση μπορεί να εξαντλήσει το σώμα

Η χαμηλή διάθεση συνδέεται συχνά με στρεσογόνες ή τραυματικές εμπειρίες, είτε αυτές είναι πρόσφατες είτε ανήκουν στο παρελθόν, και μπορεί να επηρεάζει τον οργανισμό με τρόπους που δεν είναι άμεσα ορατοί. Μια σημαντική αλλαγή ζωής, όπως ένας χωρισμός, η απώλεια εργασίας ή ένα πένθος, είναι δυνατόν να πυροδοτήσει καταθλιπτικά συμπτώματα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ίδια η παρατεταμένη κακή διάθεση λειτουργεί ως συνεχής πηγή εσωτερικής έντασης.

Ενδέχεται να νιώθετε ντροπή που δεν αισθάνεστε καλά, να ανησυχείτε μήπως οι δικοί σας αντιληφθούν ότι δεν είστε ο εαυτός σας ή να φοβάστε το κοινωνικό στίγμα που εξακολουθεί να συνοδεύει τα ζητήματα ψυχικής υγείας, και όλα αυτά να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την ψυχολογία σας. Το στρες, ανεξάρτητα από την αιτία του, ενεργοποιεί τον μηχανισμό «μάχης ή φυγής», οδηγώντας σε αυξημένη έκκριση αδρεναλίνης, επιτάχυνση του καρδιακού ρυθμού, μυϊκή ένταση και άνοδο των επιπέδων κορτιζόλης.

Όταν τα επίπεδα κορτιζόλης παραμένουν αυξημένα λόγω χρόνιου στρες, το σώμα δεν προλαβαίνει να επανέλθει σε κατάσταση ηρεμίας, με αποτέλεσμα να εξαντλείται σταδιακά και να εμφανίζονται όχι μόνο έντονη κόπωση αλλά και άλλες επιβαρύνσεις για την υγεία. Σε περιπτώσεις τραύματος, μπορεί να βρίσκεστε σε διαρκή συναισθηματική υπερδιέγερση ή να βιώνετε διαταραχή μετατραυματικού στρες, γεγονός που διατηρεί τον οργανισμό σε μόνιμη επιφυλακή και τον εξαντλεί σωματικά και ψυχικά.

Το συναισθηματικό σοκ οδηγεί επίσης σε αυξημένη νευρωνική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα έντονη εγρήγορση απέναντι σε μια αντιλαμβανόμενη απειλή, και έτσι δημιουργείται ένας κύκλος υπερέντασης που ακολουθείται από απότομη πτώση της ενέργειας και βαθιά εξάντληση.

Κούραση ή κατάθλιψη – Ποια είναι η διαφορά;

Αν το πρόγραμμά σας είναι ιδιαίτερα απαιτητικό, αν το στρες διαταράσσει τον ύπνο σας ή αν έχετε αλλάξει πρόσφατα τη ρουτίνα άσκησης ή κάποια φαρμακευτική αγωγή, είναι πιθανό να πρόκειται για γενικευμένη κούραση που σχετίζεται με τις συνθήκες της καθημερινότητάς σας. Όμως, όταν η εξάντληση επιμένει για περισσότερες από λίγες εβδομάδες και δεν υποχωρεί παρά την ξεκούραση, χρειάζεται να εξετάσετε και άλλα σημάδια που μπορεί να υποδηλώνουν κατάθλιψη ή συναισθηματικό σοκ.

Ένα βασικό στοιχείο που αξίζει να αξιολογήσετε είναι το επίπεδο ενδιαφέροντος και ενθουσιασμού σας για πράγματα που παλαιότερα σας ευχαριστούσαν, όπως οι κοινωνικές επαφές ή οι δραστηριότητες στον ελεύθερο χρόνο σας. Αν διαπιστώνετε ότι νιώθετε αδιαφορία, απάθεια ή τάση απομόνωσης, αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η κούραση δεν είναι απλώς σωματική.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να παρατηρήσετε αλλαγές σε βασικές λειτουργίες, όπως η όρεξη και η σεξουαλική επιθυμία, καθώς η αυξημένη ή μειωμένη πρόσληψη τροφής και η αισθητή μεταβολή της λίμπιντο συχνά συνοδεύουν τις διαταραχές διάθεσης. Δεν είναι ασφαλές να αποδίδετε την επίμονη κόπωση αποκλειστικά στο στρες και να την αγνοείτε, διότι τα υψηλά επίπεδα στρες από μόνα τους μπορούν να πυροδοτήσουν κλινική κατάθλιψη ή αγχώδεις διαταραχές.

Αν συνεχίζετε να νιώθετε εξαντλημένοι ακόμη και όταν οι βασικοί στρεσογόνοι παράγοντες έχουν περιοριστεί, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι ίσως χρειάζεστε υποστήριξη ψυχικής υγείας και μια πιο συστηματική αξιολόγηση της κατάστασής σας.

Ο ρόλος του ύπνου

Η έλλειψη ύπνου αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους νιώθετε εξάντληση, όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί δεν κοιμάστε επαρκώς και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την ποιότητα του ύπνου σας. Συχνά, πίσω από τις διαταραχές ύπνου βρίσκονται η χαμηλή διάθεση και το άγχος, καθώς οι αρνητικές σκέψεις και οι ανησυχίες που συνοδεύουν την κατάθλιψη μπορούν να σας κρατούν ξύπνιους τη νύχτα.

Από την άλλη πλευρά, είναι πιθανό η σχέση να λειτουργεί και αντίστροφα, αφού η παρατεταμένη έλλειψη ύπνου επηρεάζει τη σκέψη, τη μνήμη και τη συναισθηματική ρύθμιση, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε λάθη, καθυστερήσεις ή συγκρούσεις και τελικά να επιβαρύνει τη διάθεση. Στην πράξη, κατάθλιψη και αϋπνία είναι συχνά τόσο αλληλένδετες που είναι δύσκολο να διαχωριστεί ποια προηγήθηκε, καθώς πρόκειται για μια αμφίδρομη σχέση όπου το ένα πρόβλημα ενισχύει το άλλο.

Για αυτό, όταν ο ύπνος αποτελεί επίμονο πρόβλημα, έχει νόημα να εξετάσετε συνολικά την ψυχική σας ευεξία και να αναζητήσετε τρόπους βελτίωσης της καθημερινότητάς σας. Αν δεν κοιμάστε καλά για 6 εβδομάδες ή περισσότερο και οι συνήθεις πρακτικές βελτίωσης του ύπνου δεν έχουν αποτέλεσμα, είναι σημαντικό να απευθυνθείτε στον γιατρό σας, ο οποίος μπορεί να σας παραπέμψει σε ειδικό ύπνου, να προτείνει βραχυχρόνια φαρμακευτική υποστήριξη και να διερευνήσει αν υπάρχει ψυχολογικός παράγοντας που επηρεάζει τον ύπνο σας, ώστε να κριθεί αν θα ήταν ωφέλιμη μια παρέμβαση όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία ή η συνεργασία με θεραπευτή.

Τελευταία τροποποίηση στις 28/02/2026 - 04:06