Η βιταμίνη που μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του διαβήτη

Η βιταμίνη που μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του διαβήτη
Leohoho / Unsplash
Παρασκευή, 24/04/2026 - 13:49

Τα συμπληρώματα βιταμίνης D ίσως να μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το υπουργείο Υγείας το 2025, στην Ελλάδα περίπου το 12% των ενηλίκων ζουν με διαβήτη, εκ των οποίων το 95% των περιστατικών αφορά το διαβήτη τύπου 2.

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 είναι μια χρόνια πάθηση που προκαλεί αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, επειδή το σώμα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά την ινσουλίνη (αντίσταση στην ινσουλίνη). Είναι η πιο συχνή μορφή διαβήτη, συνδέεται συχνά με την παχυσαρκία, την ηλικία και τα γονίδια και οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα σακχάρου που μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στα όργανα του σώματος.

Ο τρόπος ζωής θεωρείται ως ο πιο βασικός παράγοντας όσον αφορά την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2. Συγκεκριμένα, η ειδικοί συστήνουν τη διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους, σε συνδυασμό με τακτική άσκηση και υιοθέτηση μιας Μεσογειακού τύπου διατροφής, με πολλά λαχανικά, φρούτα και όσπρια, αποφυγή των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και προτίμηση άπαχων πηγών πρωτεΐνης αντί για κόκκινο / επεξεργασμένο κρέας, καθώς και επιλογή δημητριακών ολικής άλεσης, αντί για επεξεργασμένους υδατάνθρακες.

Ωστόσο, μια νέα μελέτη διαπίστωσε ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στην πρόληψη του διαβήτη τύπου 2. Ειδικότερα, τα ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Jama Network Open, υποστηρίζουν ότι η επάρκεια σε βιταμίνη D μπορεί να καθυστερήσει ή και να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη, σε άτομα με συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές.

Τα ευρήματα αυτά ενδέχεται στο μέλλον να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο εξατομικευμένης ιατρικής φροντίδας, με στόχο την καθυστέρηση ή ακόμη και την πρόληψη της εμφάνισης διαβήτη για την πλειονότητα των 115 εκατομμυρίων Αμερικανών που ζουν με προδιαβήτη.

Διαβήτης και βιταμίνη D

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι ενήλικες με προδιαβήτη και συγκεκριμένες παραλλαγές στο γονίδιο του υποδοχέα της βιταμίνης D είχαν 19% χαμηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη όταν λάμβαναν υψηλή ημερήσια δόση βιταμίνης D.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από μια παλαιότερη μελέτη, μια μεγάλη πολυκεντρική κλινική δοκιμή που εξέτασε την επίδραση 4.000 μονάδων βιταμίνης D ημερησίως σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο, σε περισσότερους από 2.000 ενήλικες στις ΗΠΑ με προδιαβήτη. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν μια υψηλή ημερήσια δόση βιταμίνης D μπορεί να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη σε αυτά τα άτομα υψηλού κινδύνου.

Η αρχική δοκιμή δεν έδειξε σημαντική μείωση του κινδύνου διαβήτη στο σύνολο των συμμετεχόντων.

«Όμως, τα αποτελέσματα της μελέτης έθεσαν ένα σημαντικό ερώτημα: μπορεί η βιταμίνη D να ωφελεί ορισμένους ανθρώπους;» ανέφερε η Bess Dawson-Hughes, εκ των συγγραφέων της μελέτης και ανώτερη ερευνήτρια στο Jean Mayer USDA Human Nutrition Research Center on Aging του Tufts University.

«Ο διαβήτης συνοδεύεται από πολλές σοβαρές επιπλοκές που εμφανίζονται σταδιακά μέσα στα χρόνια. Αν καταφέρουμε να καθυστερήσουμε το διάστημα κατά το οποίο ένα άτομο ζει με διαβήτη, μπορούμε να προλάβουμε ορισμένες από αυτές τις επιπτώσεις ή να μειώσουμε τη σοβαρότητά τους».

Σε προηγούμενη ανάλυση, η ερευνητική ομάδα της παλαιότερης μελέτης διαπίστωσε ότι επίπεδα στο αίμα 40 έως 50 ng/mL 25-υδροξυβιταμίνης D ή και υψηλότερα συνδέονταν με σημαντική και σταδιακά μεγαλύτερη μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη.

Τι έδειξε η μελέτη

Η βιταμίνη D που κυκλοφορεί στο αίμα μετατρέπεται πρώτα στην ενεργή της μορφή στον οργανισμό και στη συνέχεια συνδέεται με τον υποδοχέα της βιταμίνης D, μια πρωτεΐνη που βοηθά τα κύτταρα να ανταποκρίνονται στη βιταμίνη.

Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν οι γενετικές διαφορές σε αυτόν τον υποδοχέα εξηγούν γιατί κάποιοι ωφελούνται από τη βιταμίνη D ενώ άλλοι όχι. Τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη διαθέτουν υποδοχείς βιταμίνης D, κάτι που υποδηλώνει ότι η βιταμίνη μπορεί να επηρεάζει την έκκριση ινσουλίνης και τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα.

Για τη νέα μελέτη, η Dawson-Hughes και οι συνεργάτες της ανέλυσαν γενετικά δεδομένα από 2.098 συμμετέχοντες που είχαν δώσει συγκατάθεση για έλεγχο DNA. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: εκείνοι που φάνηκε να ωφελούνται από τη λήψη βιταμίνης D και εκείνοι που δεν ωφελήθηκαν. Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνέκριναν τα ποσοστά ανταπόκρισης μεταξύ υποομάδων, με βάση τρεις συχνές παραλλαγές στο γονίδιο του υποδοχέα της βιταμίνης D.

Η ανάλυση έδειξε ότι ενήλικες με την παραλλαγή AA του γονιδίου ApaI του υποδοχέα βιταμίνης D, που αντιστοιχούν περίπου στο 30% των συμμετεχόντων, δεν ανταποκρίθηκαν στη καθημερινή λήψη υψηλής δόσης βιταμίνης D σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Αντίθετα, στους ενήλικες με τις παραλλαγές AC ή CC του ίδιου γονιδίου, η ίδια αγωγή συνδέθηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο.

«Τα ευρήματα μπορεί να αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 σε ενήλικες υψηλού κινδύνου», ανέφερε ο Anastassios Pittas, εκ των συγγραφέων της μελέτης, καθηγητής ιατρικής στο Tufts University School of Medicine και επικεφαλής ενδοκρινολογίας, διαβήτη και μεταβολισμού στο Tufts Medical Center.

«Ένας λόγος που η βιταμίνη D θεωρείται ελκυστική ως εργαλείο πρόληψης είναι ότι είναι οικονομική, ευρέως διαθέσιμη και εύκολη στη λήψη».

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν πως θα πρέπει να ξεκινήσετε από μόνοι σας τη λήψη υψηλών δόσεων βιταμίνης D για την πρόληψη του διαβήτη.

Οι τρέχουσες οδηγίες προτείνουν 600 IU ημερησίως για άτομα ηλικίας 1 έως 70 ετών και 800 IU ημερησίως για άτομα άνω των 70 ετών. Η υπερβολική πρόσληψη βιταμίνης D μπορεί να είναι επιβλαβής και έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο πτώσεων και καταγμάτων σε μεγαλύτερους ενήλικες. Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να κατανοηθεί ποια άτομα μπορεί να ωφεληθούν από υψηλότερες δόσεις.

«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι στο μέλλον ίσως μπορέσουμε να εντοπίζουμε ποιοι ασθενείς με προδιαβήτη έχουν περισσότερες πιθανότητες να ωφεληθούν από επιπλέον βιταμίνη D», ανέφερε η Dawson-Hughes. «Θεωρητικά, αυτό θα μπορούσε να γίνει με ένα απλό και σχετικά οικονομικό γενετικό τεστ».